Ιάκωβος Ψάλτης

Διδάκτωρ Επαγγελματικών Σπουδών στην Εκπαιδευτική Διοίκηση

Middlesex University Institute for Work-Based Learning

Εισαγωγή

Η αλλαγή σχολείου είναι μια από ένα πλήθος αλλαγών στη ζωή μας. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ζωή μας από τη γέννηση ως το θάνατο, είναι ένα συνεχές από μεταβατικά στάδια. Από τη γέννηση στην παιδική ηλικία, από το σπίτι στο νηπιαγωγείο, από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό, από το δημοτικό στο Γυμνάσιο, από το γυμνάσιο στο Λύκειο και από το Λύκειο στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Όλα αυτά, στην περιοχή της ακαδημαϊκής ζωής ενός προσώπου. Μετακινούμενοι από την ακαδημαϊκή σφαίρα στον επαγγελματικό κόσμο, συναντούμε ακόμη μια μεγάλη περιοχή αλλαγών, μέσα στην οποία κάποιος υποχρεώνεται να μετακινηθεί από μια δουλειά στην άλλη, ή από μια θέση σε μια ανώτερη τέτοια. Στην κοινωνική ζωή, κάποιος αναγκάζεται να μετακινηθεί από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και από εκεί μέσα στον κύκλο της οικογενειακής ζωής, όπου κάποιος συνήθως αναλαμβάνει να παίξει  το ρόλο του συζύγου, του γονιού και ή ακόμα και του παππού ή της γιαγιάς.

Η έννοια του περάσματος από μια κοινωνική θέση σε άλλη,  έλκει την καταγωγή της από τη δουλειά του Van Gennep, TheRitesofPassage (Σταθμοί στη ζωή του ανθρώπου) (1960), που   «Αναφέρεται στα μεταβατικά στάδια, κατά τα οποία οι άνθρωποι υφίστανται μια αλλαγή στην κοινωνική τους θέση, είτε αυτό αφορά τη μετάβαση από τη ζωή στο θάνατο, είτε τη μετάβαση από το καθεστώς της παντρεμένης χωρίς παιδιά γυναίκας στο καθεστώς της διαζευγμένης, είτε τη μετάβαση από το καθεστώς του αφελούς αρχάριου  στο καθεστώς του  καταρτισμένου πωλητή ψωμιών».

Οι περισσότερες από τις πιο πάνω αλλαγές θεωρούνται σε ένα μεγάλο βαθμό μια φυσική διαδρομή ή, τουλάχιστον, μια απαραίτητη μεταβατική περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου και, επομένως, συνήθως λαμβάνονται ως δεδομένες. Ωστόσο, η αλλαγή σχολείου και ιδιαίτερα η μεταβατική περίοδος μεταξύ Δημοτικού και Γυμνασίου, θεωρείται σαν ένα πολύ κρίσιμο στάδιο στην εκπαίδευση. Αυτό γιατί οι δύο βαθμίδες εκπαίδευσης χαρακτηρίζονται από έκδηλες διαφορές, ενώ, ταυτόχρονα, αυτό το μεταβατικό στάδιο συμπίπτει με το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία.

Εξ’ ου, το τεράστιο ενδιαφέρον για το θέμα, όσον αφορά την έρευνα και την άφθονη βιβλιογραφία που έχει παραχθεί:  Με τα λόγια των Measor και Woods (ό.π.) «Για πολλά παιδιά, θα ήταν δυνατόν να υπολογιστεί ότι η αλλαγή θα φανεί μια συνεχής, φυσική πορεία, μεταπηδώντας με πρόθυμη προσδοκία από μια κοινωνική θέση με άνετη σιγουριά στην επόμενη, με μια κίνηση. Αλλά, στην πραγματικότητα, είναι απείρως πιο περίπλοκο»

Η αλληλουχία του αναλυτικού προγράμματος είναι ένας πρωτεύων παράγοντας στη μεταβατική περίοδο αλλά άλλοι παράγοντες, όπως διανοητικοί, κοινωνικοί, οργανωτικοί και περιβαλλοντικοί, διαδραματίζουν ένα σπουδαίο ρόλο  στην αλλαγή σχολείου από τo Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Ακόμη, για κάποιους, η αλλαγή σχολείου είναι μια πρόκληση ή ένα καινούργιο ξεκίνημα, ενώ για άλλους αποτελεί μια θλιβερή εμπειρία ή τραύμα. Σε σχέση με αυτό, η Επιτροπή Plowden (1967) στο Ηνωμένο Βασίλειο παρατήρησε ότι «τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, απολαμβάνουν και παρακινούνται από το νεωτερισμό και την αλλαγή», αλλά συνέχισε για να τονίσει την ανάγκη για επαρκή προετοιμασία για τη μετάβαση και τη σπουδαιότητα της αποφυγής απότομων αλλαγών, ώστε η αλλαγή να τονώσει πραγματικά και όχι να αποκαρδιώσει.

Ακόμη, μερικοί θεωρούν την αλλαγή ως ένα μεμονωμένο γεγονός, όμως άλλοι τη βλέπουν ως μια διαδικασία. Στα περισσότερα σχολεία, στην καλύτερη περίπτωση, ο αριθμός των ανθρώπων που εμπλέκονται στην αλλαγή σχολείου περιορίζεται σε ένα μέλος της Ανώτερης Ομάδας Διεύθυνσης, βοηθούμενο από λίγους εθελοντές εκπαιδευτικούς και στη χειρότερη σε … κανένα. Οι επισκέψεις στα γυμνάσιο από τελειόφοιτους του δημοτικού είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η πιο δημοφιλής εκδήλωση, για την οποία την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν είτε τα σχολεία που υποδέχονται είτε τα σχολεία που τροφοδοτούν με μαθητές, ως ένα μέτρο προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης της διαδικασίας  αλλαγής σχολείου. Στη χειρότερη περίπτωση, δε γίνεται τίποτε.

Σε κάθε περίπτωση, στο βαθμό που είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν υπάρχει οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα που θεωρεί την αλλαγή σχολείου ως μια δραστηριότητα, για την οποία έχουν ευθύνη όλα τα μέλη αυτού του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

Το ζήτημα της αλλαγής σχολείου στην Κύπρο   έχει, σε ένα μεγάλο βαθμό, τα ίδια χαρακτηριστικά όπως και στις άλλες χώρες στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι οι διανοητικές και κοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πρωτοετείς μαθητές, όταν μετακινούνται από τη Δημοτική στη Μέση Εκπαίδευση. Οι περισσότερες από αυτές τις δυσκολίες έχουν τις ρίζες τους στις διαφορές που διακρίνουν το Δημοτικό από το Γυμνάσιο και θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Το μέγεθος και η πιο πολύπλοκη οργάνωση του Γυμνασίου, οι νέες μορφές πειθαρχίας και εξουσίας, η πιθανότητα να χάσει κάποιος τους φίλους του, η σύναψη νέων γνωριμιών, περισσότεροι από ένας εκπαιδευτικοί, το γεγονός ότι από μεγαλύτερος ο μαθητής μετατρέπεται σε μικρότερο,  οι διαφορετικές μέθοδοι διδασκαλίας, η προοπτική να καταστεί κάποιος αντικείμενο εξάσκησης βίας, και η πιο απαιτητική κατ’οίκον εργασία.

Το Ιστορικό του Προβλήματος

Ρίχνοντας μια ματιά στο ιστορικό της προσπάθειας για αντιμετώπιση του προβλήματος της μετάβασης από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, βλέπουμε πως το 1962 η Δημοτική εκπαίδευση έγινε υποχρεωτική και παρόλο ότι οι απόπειρες για σύνδεση της με τη μέση εκπαίδευση άρχισαν το 1968, αυτές δεν πήραν συστηματική μορφή μέχρι το 1987, δύο χρόνια μετά τη εισαγωγή της υποχρεωτικής φοίτησης στο Γυμνάσιο. Εξ ’ου, ο όρος εννιάχρονη   υποχρεωτική παιδεία (έξι χρόνια Δημοτικού και τρία χρόνια Γυμνασίου).

Ο τρόπος με τον οποίο έχουν μεταχειριστεί την πρόκληση της αλλαγής σχολείου εκείνοι που ήταν υπεύθυνοι για τις εκπαιδευτικές πολιτικές στην Κύπρο, δε διαφέρει ουσιαστικά από το τι έχει γίνει σε άλλα μέρη του κόσμου. Δηλαδή, έχουν προσπαθήσει να εισαγάγουν μέτρα τα οποία θα προωθούσαν τη συνέχεια του αναλυτικού προγράμματος και θα καταπιάνονταν με τις κοινωνικές, συναισθηματικές, οργανωτικές και περιβαλλοντικές πλευρές που συνεπάγεται το ζήτημα. Έτσι, το 1987, το Υπουργείο Παιδείας εγκαινίασε την επανεξέταση του εθνικού αναλυτικού προγράμματος, με στόχο τη σύνδεση της Δημοτικής με τη Μέση εκπαίδευση.

Tο 1990 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την πειραματική εφαρμογή του πιο πάνω αναλυτικού προγράμματος σε 14 πρωτοβάθμια και 14 δευτεροβάθμια σχολεία, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1990-1991. Όταν, μετά από τρία χρόνια, η πειραματική περίοδος ολοκληρώθηκε, μια Διατμηματική Επιτροπή από επιθεωρητές της Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης,  επιχείρησαν να επιδοθούν στη διαδικασία της αξιολόγησης των ευρημάτων. Το συμπέρασμα ήταν πως η υιοθέτηση ενιαίων αναλυτικών προγραμμάτων δεν ήταν αρκετή για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης. Δηλαδή, η ταύτιση του αναλυτικού προγράμματος με την προώθηση της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επομένως, παράλληλα με την προσπάθεια σύνδεσης του αναλυτικού προγράμματος, είχαν εισαχθεί περαιτέρω μέτρα, που καταπιάνονταν με ευρύτερα ζητήματα της πρόκλησης αλλαγή σχολείου, τα οποία ήταν τα πιο κάτω:

  • Κάθε Δημοτικό Σχολείο να ορίσει ένα δάσκαλο, ο οποίος θα ενεργεί ως συντονιστής με το πρόσωπο-σύνδεσμο του Γυμνασίου.
  • Κάθε Ειδικότητα στο Γυμνάσιο, να ορίσει ένα συντονιστή με το πρόσωπο-σύνδεσμο, με στόχο την προώθηση της αλληλεπίδρασης με τους εκπαιδευτικούς του Δημοτικού.
  • Θα πρέπει να υπάρχει ανταλλαγή εκπαιδευτικών μεταξύ Δημοτικών και Γυμνασίων.
  • Θα πρέπει να γίνουν διευθετήσεις ώστε οι εκπαιδευτικοί των δύο βαθμίδων να έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν συνεδριάσεις  του συλλόγου ο ένας του άλλου.
  •  Οι τελειόφοιτοι μαθητές του Δημοτικού θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να επισκεφθούν το μελλοντικό τους Γυμνάσιο.
  • Οι δάσκαλοι της Στ΄ τάξης του Δημοτικού θα πρέπει να αρχίσουν να προετοιμάζουν τα παιδιά για το νέο τους σχολείο.
  • Οι καθηγητές της Α΄ τάξης του Γυμνασίου θα πρέπει να προσαρμόσουν τις μεθόδους διδασκαλίας και το ρυθμό τους προς το επίπεδο των νέων μαθητών, να είναι φιλικοί και να τους δείχνουν κατανόηση.
  • Οι πρωτοετείς μαθητές του Γυμνασίου θα πρέπει να έχουν περισσότερο χρόνο με τον ίδιο καθηγητή.

Το 1997, η έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού της ΟΥΝΕΣΚΟ   πρόσφερε την ευκαιρία για μια καινούργια εκστρατεία για το ζήτημα, προβάλλοντας την ασυνέχεια από την οποία η δομή σε σχολικό επίπεδο υπέφερε, ιδιαίτερα κατά τη μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Έτσι, το Υπουργείο Παιδείας ανέλαβε τη διοργάνωση ενός κοινού συνεδρίου πάνω στο θέμα της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και τις δύο εκπαιδευτικές οργανώσεις, ΠΟΕΔ και ΟΕΛΜΕΚ. Το θέμα του συνεδρίου ήταν: «Προϋποθέσεις για μια Αποτελεσματική Εισαγωγή της Εννιάχρονης Εκπαίδευσης στην Κύπρο».

Τα ευρήματα του πιο πάνω συνεδρίου κωδικοποιήθηκαν σε μια εγκύκλιο του ΥΠΠ το   1998, η οποία πρότεινε περαιτέρω μέτρα για την προώθηση της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης μεταξύ των οποίων ήταν και :

  • Κοινές επισκέψεις κάποιων επιθεωρητών Δημοτικού – Γυμνασίου στα αντίστοιχα σχολεία.
  • Δυνατότητα οργάνωσης κοινών εορτασμών ή εκδηλώσεων (καθαριότητα, Μουσική, Τέχνη κτλ.)

Με την εισαγωγή αυτών των μέτρων στην πραγματικότητα το ΥΠΠ επανεξέτασε, επεξεργάστηκε και εμπλούτισε τα μέτρα, τα οποία είχαν εισαχθεί λίγα χρόνια πριν. Ταυτόχρονα, αναγνώριζε την ανάγκη να καταπιαστεί με άλλα ζητήματα τα οποία συνεπαγόταν η διαδικασία αλλαγής σχολείου.

Έτσι,  την άνοιξη του 1998,  το ΥΠΠ ανανέωσε τις προσπάθειές του για προώθηση του στόχου της εννιάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, συγκαλώντας επαρχιακές συσκέψεις, στις οποίες συμμετείχαν αξιωματούχοι του ΥΠΠ, παράλληλα με τους Διευθυντές των Γυμνασίων κάθε εκπαιδευτικής περιφέρειας και των Διευθυντών των Δημοτικών σχολείων που τα τροφοδοτούσαν. Ο κύριος στόχος αυτής της σύσκεψης ήταν η εμπλοκή των εκπαιδευτικών των δύο βαθμίδων στο όλο εγχείρημα.

Περαιτέρω, το 1999, η Κύπρος, μέσω του Παιδαγωγικού της Ινστιτούτου αναμείχθηκε σε μια ευρύτερη προσπάθεια σύνδεσης των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης εντασσόμενη στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Curriculum Continuity Links Between Primary and Secondary Education in European Schools».  Ο κύριος στόχος αυτού του προγράμματος ήταν η σύνδεση του αναλυτικού προγράμματος μεταξύ των σταδίων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα Ευρωπαϊκά σχολεία.

Εκτιμώντας την κατάσταση σήμερα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως παρόλο ότι οι προσπάθειες για σύνδεση της Δημοτικής με τη Μέση Εκπαίδευση κράτησαν για περίπου 40 χρόνια  δεν έχει γίνει πολλή πρόοδος προς την κατεύθυνση της γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης. Αυτό θα ήταν δυνατό να αποδοθεί στο γεγονός ότι, αφενός το θέμα έχει προσεγγιστεί κατά ένα αποσπασματικό τρόπο και, αφετέρου, στο γεγονός ότι η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος στην Κύπρο παραμένει, γενικά, χωριστική   όσον αφορά την έκφραση και τη διαχείριση των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης. Αυτό, σε πείσμα του γεγονότος ότι στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου έχουν εισαχθεί διάφορες καινοτομίες, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 ετών. Ακόμα πρέπει να επισημανθεί πως μέχρι τώρα έχουν γίνει δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες για σύνδεση των αναλυτικών προγραμμάτων των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης, το 1987 και το 1997 και τώρα ετοιμαζόμαστε για την τρίτη προσπάθεια με την εισαγωγή των νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων, τα οποία θα αρχίσουν να τίθενται σε εφαρμογή από τη νέα σχολική χρονιά.

Η Έρευνα για την Ομαλή Μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο

Παράλληλα, παρά την  κρίσιμη σοβαρότητά του, το θέμα της αλλαγής σχολείου στην Κύπρο είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο. Ωστόσο, η εκτεταμένη γνώση που έχει αποκτηθεί για ανθρώπους και καταστάσεις μέσα από την ενασχόληση με το θέμα, έχει οδηγήσει τον ερευνητή σε μια άνευ προηγουμένου μεγάλης κλίμακας διαχρονική ποσοτική και ποιοτική έρευνα, καλύπτοντας περίπου 1200 μαθητές – 11% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού αυτής της ηλικιακής ομάδας – τους γονείς και τους δασκάλους τους, εξερευνώντας τα συναισθήματα των παιδιών στην διανοητική, κοινωνική, συναισθηματική και οργανωτική περιοχή και διερευνώντας τις αντιλήψεις των γονιών και των εκπαιδευτικών.

Η έρευνα αποτελείται από δύο συστατικά: το πρώτο είναι μια διαχρονική επισκόπηση για τα συναισθήματα των παιδιών που μετακινούνται από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Περιλαμβάνει δύο γύρους, έναν που καλύπτει την περίοδο λίγες μέρες πριν οι τελειόφοιτοι μαθητές τελειώσουν το Δημοτικό τον Ιούνιο του 2002 και ακόμη ένα, ο οποίος αναφέρεται στη φοίτηση των ίδιων μαθητών στο Γυμνάσιο, περίπου οκτώ μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του  2003.

Το δεύτερο συστατικό είναι ένα Πρόγραμμα Υποδοχής των παιδιών του Δημοτικού από το Γυμνάσιο, το οποίο αναπτύχθηκε υπό την ιδιότητα του Συνδέσμου-Βοηθού Διευθυντή και αργότερα του Διευθυντή.

Τα Αποτελέσματα της Έρευνας για τους Μαθητές του Δημοτικού Σχολείου

Μελετώντας τις αρνητικές και θετικές προσδοκίες των μαθητών του Δημοτικού, είναι σαφές πως, αφενός, το κύριό τους μέλημα είναι η κοινωνική τους ένταξη μέσα στο νέο περιβάλλον, ενώ, αφετέρου, τα δημιουργικά μαθήματα, οι παραπρογραμματικές δραστηριότητες και οι κοινωνικές ή συναισθηματικές έγνοιες έχουν κυρίαρχη σημασία για αυτούς.  Τα νέα μαθήματα και οι επιστήμες βρίσκονται τελευταία πάνω στον κατάλογο των μεταβλητών προς τις οποίες προσβλέπουν οι μαθητές. Ωστόσο, τα διαγωνίσματα, τα οποία δεν αποτελούν συνηθισμένη εμπειρία στο Δημοτικό, ιδιαίτερα τα απροειδοποίητα, φαίνεται να αποτελούν πρωτεύουσα ανησυχία για τους τελειόφοιτους του πρωτοβάθμιου σχολείου. Όσον αφορά την αυτοϊδέα τους, αυτή φαίνεται να είναι αρκετά υψηλή, αφού οι περισσότεροι από τους μαθητές εμφανίζονται αρκετά ευτυχείς με τους εαυτούς τους τρεις μήνες πριν πάνε στο Γυμνάσιο.

Πίνακας 9: Τα αρνητικά συναισθήματα των μαθητών του Δημοτικού σχολείου

Α/Α Αρνητικά συναισθήματα

των μαθητών του Δημοτικού σχολείου

Μέσος όρος Αγόρια Κορίτσια t df P=
01 Να χάσω τους φίλους/ες μου 3,36 3,28 3,45 -1,99 1148 .046
02 Διαγωνίσματα 3,23          
03 Να είμαι ο πιο αδύνατος

στα μαθήματα

3,23          
04 Αποβολές 3,22 3,10 3,33 -2,38 1154 .017
05 Να με ενοχλούν οι μεγαλύτεροι 3,18          
06 Να ξεχνώ τα πράγματά μου 3,06          
07 Να χάνω μαθήματα

από απουσίες

2,94 2,82 3,07 -2,79 1135 .005
08 Τιμωρίες 2,89          
09 Πιο κουραστικό πρόγραμμα 2,75 2,81 2,64 2,73 1145 .006
10 Να κάνω αταξίες 2,75          
11 Αυστηροί καθηγητές 2,72          
12 Δύσκολη εργασία στην τάξη 2,71          
13 Διαφορετικό αναλυτικό

Πρόγραμμα

2,42 2,49 2,34 1,97 1144 .049
14 Νέα μαθήματα 2,39          
15 Εργασία στο σπίτι 2,31 2,43 2,19 3,26 1158 .001
16 Περισσότερος χρόνος

στο σχολείο

2,27 2,43 2,11 3,86 1122 .000
17 Να μη γνωρίζω τα ονόματα

των καθηγητών

1,94          
18 Καινούργιοι καθηγητές 1,89          
19 Να είμαι ο πιο μικρός/η

στο σχολείο

1,85 2,00 1,71 3,95 1109 .000
20 Η μαθητική στολή 1,77 1,86 1,67 2,58 1121 .010
21 Αλλαγή αιθουσών διδασκαλίας 1,66          
22 Να έχω ένα δάσκαλο

για κάθε μάθημα

1,65 1,75 1,55 3,07 1084 .002
23 Με ποιο μέσο θα πηγαίνω

στο σχολείο

1,41          
24 Άλλο 4.23          

Πίνακας 8: Τα θετικά συναισθήματα των μαθητών στο Δημοτικό σχολείο

Α/Α Τα θετικά συναισθήματα

των μαθητών του Δημοτικού

Μέσος όρος Αγόρια Κορίτσια t df p=
01 Επισκέψεις και εκδρομές 4,49 *        
02 Το ότι έχω μεγαλώσει 4,21 *        
03 Το ότι θα κάμω νέους φίλους 4,07 *        
04 Αθλητικές δραστηριότητες 4,11 4,26 3,96 4,09 1163 .0001
05 Γιορτές και καλλιτεχνικές

εκδηλώσεις

3,99 3,88 4,10 -3,03 1122 .002
06 Μαθήματα τεχνολογίας 3,94 4,05 3,82 3,15 1147 .002
07 Τέχνη 3,93 3,79 4,07 -3,69 1128 .0001
08 Ξένες γλώσσες 3,84 3,62 4,05 -6,02 1133 .0001
09 Οικοκυρικά 3,69 3,37 4,00 -7,83 1103 .0001
10 Νέα μαθήματα 3,39 3,31 3,47 -1,97 1158 .049
11 Η νέα μαθητική στολή 3,30 3,17 3,44 -3,39 1145 .001
12 Καινούργιοι καθηγητές 3,31 3,22 3,40 -2,07 1145 .039
13 Επιστήμη 3,25 3,41 3,09 4,14 1135 .0001

Τα Αποτελέσματα της Έρευνας για τους Μαθητές του Γυμνασίου

Εξετάζοντας τις ίδιες μεταβλητές περίπου οκτώ μήνες αργότερα, όταν τα παιδιά βρίσκονται σε ένα Γυμνάσιο του Δημοσίου ή της ιδιωτικής εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι οι προτεραιότητες αλλάζουν πολύ. Ωστόσο, όσον αφορά καταστάσεις που τους δίδουν ικανοποίηση, οι προτεραιότητές τους παραμένουν μέσα στην ίδια περιοχή μελημάτων, οι οποίες είναι η κοινωνική τους προσαρμογή και τα δημιουργικά μαθήματα. Όσον αφορά τις αρνητικές προσδοκίες, οι ακαδημαϊκές έγνοιες προηγούνται τώρα εκείνων στον κοινωνικό τομέα, παρόλο ότι στην πορεία φαίνεται να  αναμιγνύονται. Κάτι άλλο που είναι αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως τα συναισθήματα των παιδιών, όταν πάνε στο Γυμνάσιο, καθίστανται πιο έντονα, και ως αποτέλεσμα, τόσο η ευχαρίστησή τους όσο και οι επιφυλάξεις τους αυξάνονται αισθητά. Όσον αφορά την αυτοϊδέα τους, τα ευρήματα εισηγούνται ότι η μετάβαση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχει ένα αντίκτυπο πάνω της, η οποία ως επί το πλείστον είναι δυσμενής.

Οι αποφασιστικοί παράγοντες στην επιλογή του Γυμνασίου ήταν η επιλογή των συμμαθητών τους, η εκπαιδευτική περιφέρεια και η εγγύτητα προς το σπίτι τους. Ωστόσο, μόνο περίπου 53% από αυτούς έχουν επισκεφθεί το μελλοντικό τους σχολείο και στην πραγματικότητα ακόμη λιγότεροι έχουν παρακολουθήσει οποιαδήποτε μαθήματα εκεί.

Αν και κανένα Γυμνάσιο δε φαίνεται να έχει ένα συνεπές Πρόγραμμα Υποδοχής των μαθητών του Δημοτικού, αρκετές από τις εκδηλώσεις που διεξάγονται στα Γυμνάσια θα μπορούσαν να ενταχθούν μέσα στην περιοχή αυτής της δραστηριότητας. Ωστόσο, υπάρχει ανάγκη για προγράμματα που θα πάρουν τη μορφή μιας συνολικής σχολικής προσέγγισης.

Τα Γυμνάσια δε φαίνονται να έχουν μια ομοιόμορφη πολιτική όσον αφορά την κατανομή μαθητών σε  τμήματα. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα σχολεία χρησιμοποιούν λογικά κριτήρια, αλλά απαιτείται περισσότερη δουλειά προς την κατεύθυνση αυτής της περιοχής. Ταυτόχρονα, πολύ λίγα σχολεία προσφέρουν την ευκαιρία στα παιδιά να επιλέξουν με ποιο συμμαθητή τους επιθυμούν να βρίσκονται στο ίδιο τμήμα.

Τελικά, παρόλο ότι η πλειοψηφία των μαθητών βρίσκουν την αλλαγή από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ως την πιο δύσκολη, 23% αισθάνονται πως βρήκαν την αλλαγή από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό πιο δύσκολη, ενώ 21,5% ένιωσαν  πως πιο δύσκολος ήταν ο χωρισμός τους από το σπίτι, όταν άρχισαν να φοιτούν στο νηπιαγωγείο.

Τα Αποτελέσματα της Έρευνας για τους Γονείς

Σε σύγκριση με το τι ανέμεναν, 65% από τους γονείς που πήραν μέρος στην επισκόπηση βρήκαν την κατάσταση σχετικά με την αλλαγή σχολείου του παιδιού τους όπως προσδοκούσαν, 28% τη βρήκαν καλύτερη και 6% τη βρήκαν χειρότερη. Την ίδια στιγμή, απάντησαν πως περίπου 52% από τα παιδιά τους προσαρμόστηκαν προς το Γυμνάσιο αμέσως, 38% προσαρμόστηκαν μέσα στο πρώτο τρίμηνο και 9% πήραν περισσότερο χρόνο να προσαρμοστούν ή δεν είχαν προσαρμοστεί μέχρι τη στιγμή που είχε διεξαχθεί ο δεύτερος γύρος της επισκόπησης στο Γυμνάσιο, οκτώ μήνες αργότερα. Οι γονείς έχουν ανάμικτα συναισθήματα σχετικά με τις αντιδράσεις των παιδιών τους προς τη σχολική αλλαγή, αφού περίπου 54% απάντησαν πως αντέδρασαν με ανησυχία και περίπου 40% με ενθουσιασμό. Ωστόσο, σύμφωνα με τους γονείς, η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών έχουν χρησιμοποιήσει θετικές μεθόδους, για να αντιμετωπίσουν την ανησυχία τους.

Όσον αφορά τη στάση των γονιών προς τη  Μέση Εκπαίδευση, καταγράφεται μια γενική θετική προσέγγιση, κυρίως όσον αφορά την περιοχή της πνευματικής στάσης και των δραστηριοτήτων που έχουν ως βάση το σπίτι. Ωστόσο, για εκδηλώσεις που συνεπάγονται, είτε τη φυσική τους παρουσία στο σχολείο, ή την κοινολόγηση  πληροφοριών, ή κάποιο κόστος (σε χρόνο ή χρήμα) οι αποκρινόμενοι δεν είναι τόσο πρόθυμοι να συνεργαστούν. Αυτό υποστηρίζεται από το γεγονός ότι η επαφή των γονιών με το σχολείο περιορίζεται κυρίως σε συναντήσεις με τους καθηγητές που διδάσκουν τα παιδιά τους, για να συζητήσουν την πρόοδό τους και σε ένα  πολύ μικρότερο βαθμό σε συναντήσεις με τους Υπεύθυνους Τμημάτων. Σε πείσμα των πιο πάνω, οι γονείς έχουν πολύ υψηλές προσδοκίες από το Γυμνάσιο όσον αφορά τη μόρφωση των παιδιών τους ακαδημαϊκά, προσωπικά και κοινωνικά.

Πίνακας 28: Τι κάνουν οι γονείς, σε σχέση με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση του παιδιού τους;

Α/Α Πώς αντιμετωπίζουν οι γονείς τη δευτεροβάθμια

εκπαίδευση του παιδιού τους

%
01 Μιλούμε θετικά για την αξία της μόρφωσης γενικά 077,9
02 Ανταποκρινόμαστε στην πρόσκληση του σχολείου, για να παραλάβουμε το δελτίο προόδου του παιδιού μας και για να συζητήσουμε την πρόοδό του με τους καθηγητές του, 069,9
03 Βεβαιωνόμαστε ότι δεν καθυστερεί να πάει στο σχολείο το πρωί 059,8
04 Βεβαιωνόμαστε ότι δεν κάνει απουσίες από το σχολείο 058,8
05 Ελέγχουμε συχνά τη μαθητική στολή του παιδιού μας 058,5
06 Μιλούμε θετικά για τους καθηγητές του παιδιού μας 056,8
07 Μιλούμε θετικά για το σχολείο του παιδιού μας 055,5
08 Βοηθούμε το παιδί μας με την εργασία του στο σπίτι 053,5
09 Δε μιλούμε αρνητικά για τους καθηγητές του παιδιού μας 051,8
10 Προμηθεύουμε το σχολείο με τις απαραίτητες πληροφορίες για το παιδί μας 040,2
11 Παίρνουμε μέρος σε εκδηλώσεις που οργανώνει το σχολείο 032,7
12 Σε περιπτώσεις απειθαρχίας του παιδιού μας, εμπιστευόμαστε την κρίση του σχολείου για το χειρισμό του θέματος 032,4
13 Ενισχύουμε οικονομικά το Σύνδεσμο Γονέων 028,5
14 Παίρνουμε μέρος σε εκδηλώσεις του Συνδέσμου Γονέων 026,0
15 Άλλο 002,3
  Αθροιστικό ποσοστό 704,6

Πίνακας 31: Οι προσδοκίες των γονιών, αναφορικά με τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση   του παιδιού τους

Α/Α Προσδοκίες των γονιών %
01 Να το προετοιμάσει για το επόμενο επίπεδο μόρφωσης

(Λύκειο, Τεχνική Σχολή)

079,1
02 Να του δοθεί η ευκαιρία να έχει μια βασική μόρφωση 075,8
03 Να αναπτυχθεί κοινωνικά 067,8
04 Να αναπτυχθεί προσωπικά 064,9
05 Να του δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξει τις ικανότητές του 062,0
06 Να μάθει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της ζωής και να γίνει ισορροπημένο 061,4
07 Να το εκπαιδεύσει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη 053,7
08 Να πλατύνει τους ορίζοντές του 049,4
09 Να του δώσει ακαδημαϊκές γνώσεις 044,7
10 Να το προετοιμάσει για να εξασφαλίσει ένα επάγγελμα 043,6
11 Να του προσφέρει υγιή απασχόληση, συμμετέχοντας

σε διάφορες εκδηλώσεις

041,3
12 Να μάθει να συναναστρέφεται με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών 033,9
13 Να του δοθεί η ευκαιρία να βρίσκεται με τους συνομήλικούς του 029,6
14 Άλλο  001,8

Τελικά, γενικά, οι γονείς κάνουν λανθασμένες εκτιμήσεις όσον αφορά καταστάσεις που εμπλέκονται στη διαδικασία αλλαγής σχολείου των παιδιών τους, κυρίως με το να υποτιμούν δραστηριότητες που τους ευχαριστούν ή τους προβληματίζουν ή με το να υπερτιμούν τις ανησυχίες τους.

Τα Μέτρα που Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού

Πάνω στο θέμα των μέτρων που έχουν εισαχθεί από το Υπουργείο Παιδείας προς προώθηση του στόχου της εννιάχρονης υποχρεωτικής παιδείας, η κατάσταση είναι πολύ απογοητευτική και για τις δυο βαθμίδες,  ιδιαίτερα για το Γυμνάσιο, αφού πολύ λίγα φαίνεται να έχουν γίνει μέχρι τώρα. Όσον αφορά τους λόγους στους οποίους αποδίδονται οι ευθύνες για την ύπαρξη του χάσματος μεταξύ Δημοτικού και Γυμνασίου, οι δάσκαλοι επιρρίπτουν τη μεγαλύτερη ευθύνη πάνω στις διαφορετικές διδακτικές προσεγγίσειςκαι οι καθηγητές πάνω στο διαφορετικό αναλυτικό πρόγραμμα. Παρόλα αυτά, οι εκπαιδευτικοί και των δύο βαθμίδων, αν και πιο πολύ εκείνοι του Δημοτικού, είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε Προγράμματα Υποδοχής. Την ίδια στιγμή,  πιστεύουν έντονα ότι μια στενότερη επαφή μεταξύ των λειτουργών των δύο τομέων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού θα προωθούσε το στόχο της εννιάχρονης υποχρεωτικής παιδείας και είναι σύμφωνοι στην επιδίωξη μιας ενοποιημένης υπηρεσίας ανάπτυξης προγραμμάτων, αρχικής και ενδοϋπηρεσιακής κατάρτισης. 

Οι Απόψεις των Εκπαιδευτικών Δημοτικής Εκπαίδευσης

Οι δάσκαλοι κρίνουν λανθασμένα τα συναισθήματα των μαθητών τους, όσον αφορά καταστάσεις που εμπλέκονται στη διαδικασία της μετάβασης, με το να υποτιμούν όλα τα σημεία που τους ευχαριστούν και με το να υπερεκτιμούν κυρίως τις ανησυχίες τους. Παρόλο τούτο, οι μαθητές και οι δάσκαλοι γενικά συμφωνούν με την κατάταξη των θετικών συναισθημάτων, αλλά διαφέρουν στον καθορισμό της  προτεραιότητας των αρνητικών, αφού οι κύριες έγνοιες των μαθητών αναφέρονται στις κοινωνικές πλευρές του σχολείου, ενώ η προσοχή των δασκάλων εστιάζεται πάνω σε γνωστικές δραστηριότητες.

Οι Απόψεις των Εκπαιδευτικών Μέσης Εκπαίδευσης

Όσον αφορά τις απόψεις των εκπαιδευτικών του Γυμνασίου, σταθμίζοντάς τις έναντι των συναισθημάτων των μαθητών τους, η κατάσταση δε διαφέρει σημαντικά από εκείνη των δασκάλων, αφού, εδώ πάλι,  οι καθηγητές υποτιμούν τις περισσότερες από τις δραστηριότητες που ικανοποιούν τα παιδιά. Ωστόσο, παρόλο ότι η κατάταξη των μεταβλητών  μεταξύ των δύο καταλόγων διαφωνεί εμφανώς, υπάρχει μια γενική συμφωνία όσον αφορά τον καθορισμό της προτεραιότητας που δίδεται στις κοινωνικές και δημιουργικές εκδηλώσεις, σε αντίθεση με τις ακαδημαϊκές που ακολουθούν. Γυρνώντας στα αρνητικά συναισθήματα, παρόλο ότι εκδηλώνεται ένα μεγαλύτερο ποσοστό σύμπτωσης όσον αφορά την πρώτη προτεραιότητα που δίδεται στις ακαδημαϊκές πλευρές, οι καθηγητές, όπως και οι ομότιμοί τους, υπερεκτιμούν τους φόβους των μαθητών τους.

Τι Γίνεται Σήμερα

Μέσα από αυτή τη σύντομη παρουσίαση που έχει γίνει, δεν ήταν δυνατό να σας παραθέσω σε πλήρη έκταση τις απόψεις των εμπλεκομένων. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο Η Μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο (2008) θα δείτε ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς στο θέμα της μετάβασης από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο αναλίσκονται σε μια προσπάθεια επίρριψης ευθυνών ο ένας στον άλλο. Αν είναι αυτό παρηγοριά, αυτό δεν αποτελεί ελλαδικό και κυπριακό φαινόμενο μόνο.  Σύμφωνα με τον Gorwood (1986), το ακόλουθο Αμερικάνικο επίγραμμα είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα αυτής της στάσης:

ΠΟΙΟΣ; [ΦΤΑΙΕΙ]

Ο Πρόεδρος του Κολεγίου –

Τέτοια ατζαμοσύνη στο μαθητή είναι ντροπή!
Αλλά είναι η έλλειψη προετοιμασίας που πρέπει να κατηγορηθεί.

Ο Διευθυντής του Ανώτερου Σχολείου –

Θεέ μου, τι χοντροκοπιά, το αγόρι είναι τρελό!
Το λάθος βέβαια ανήκει στο κλασικό σχολειό.

Ο Διευθυντής του Κλασικού Σχολείου –                          

Ωχ, αν ήταν δυνατό από ένα τέτοιο κούτσουρο να απαλλαγώ!
Τους στέλνουνε σε μένα χωρίς προγραμματισμό.

Ο Διευθυντής του Δημοτικού –

Ο φτωχός μπουμπούνας του νηπιαγωγείου!
Και το αποκαλούν αυτό προετοιμασία!
Χειρότερα από αυτό, καμία.

Ο Δάσκαλος του Νηπιαγωγείου –

Πράγματι δεν είδα ποτέ μου τέτοια έλλειψη εκπαίδευσης!
Τι σόι  πρόσωπο πρέπει να είναι η μητέρα αυτή;

Μητέρα –

Ηλίθιο παιδί – αλλά τι λεω, το φταίξιμο δικό σου δεν είναι!
Η οικογένεια του πατέρα σου όλοι οι ίδιοι είναι.

Μήπως στην άμυνά του ο πατέρας πρέπει να ακουστεί;

Όχι! Ο τελευταίος λόγος στην μητέρα ας αφεθεί.

Συμπεράσματα και Συστάσεις

Συμπερασματικά, τα ευρήματα αυτής της έρευνας εισηγούνται πως ένα σημαντικό ποσοστό των παιδιών  που μετακινούνται από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο το βρίσκουν εξαιρετικά δύσκολο να προσαρμοστούν στο νέο σχολικό περιβάλλον κοινωνικά και διανοητικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αν όχι για πάντα.

Ταυτόχρονα, παρόλο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών φαίνεται πως προσαρμόζονται προς τη νέα βαθμίδα εκπαίδευσης σχετικά εύκολα, αυτή η προσαρμογή αφορά περισσότερο την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων με την ανεπίσημη κουλτούρα του γυμνασίου και λιγότερο σε μια επιθυμητή ομαλή μετάβαση από τη μια τάξη στην άλλη μέσα στο νέο σχολείο.

Το Πρόγραμμα Υποδοχής από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο

Για το ξεπέρασμα αυτής της κατάστασης, προτείνεται ένα Πρόγραμμα Υποδοχής των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου από το Γυμνάσιο, το οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα της αλλαγής σχολείου και τα προβλήματα της μετάβασης του μαθητή από τη μια χρονιά στην άλλη κατά τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο, στους ακόλουθους τομείς:

  1. Αλληλεπίδραση μεταξύ εκπαιδευτικών της Δημοτικής και Μέσής Εκπαίδευσης.
  2. Γνωριμία των τελειοφοίτων μαθητών του Δημοτικού με το μελλοντικό τους σχολείο.
  3. Εμπλοκή των γονιών.
  4. Τεκμηρίωση.
  5. Εξατομίκευση των πρωτοετών μαθητών του Γυμνασίου.
  6. Συστήματα στήριξης για παιδιά με ειδικές ανάγκες, με λειτουργικό αναλφαβητισμό, και για παιδιά που η μητρική τους γλώσσα δεν είναι η Ελληνική (διαπολιτισμική εκπαίδευση).
  7. Διοικητική Μέριμνα.
  8. Πειθαρχία.
  9. Πρόγραμμα προσωπικής, κοινωνικής και υγιεινής αγωγής.

Κατά την παρουσίαση των πορισμάτων της έρευνας, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αναμόρφωσης Αναλυτικών Προγραμμάτων του ΥΠΠ Καθηγητής Γιώργος Τσιάκαλος, ο οποίος ήταν ο κύριος ομιλητής στην εκδήλωση,  είπε πως το πιο πάνω Πρόγραμμα Υποδοχής θα μπορούσε αυτούσιο να χρησιμοποιηθεί ως βασικό υλικό για την αναθεώρηση των σχετικών Αναλυτικών Προγραμμάτων για σύνδεση της Δημοτικής με τη Μέση Εκπαίδευση. Αυτό απομένει να αποδειχθεί στην πράξη όταν τα Αναλυτικά Προγράμματα με το καλό θα αρχίσουν να τίθενται σε εφαρμογή από αυτή τη σχολική χρονιά.

Αναφορές

Gorwood, B.T. (1986).  School Transfer and Curriculum Continuity.  Worcester:  Billing & Sons Limited. International Institute for Educational Planning (1997).  Appraisal Study on the Cyprus Education System. Paris: UNESCO.

Measor, L. & Woods, Σ. (1984).  Changing Schools.  London: Milton Keynes:  Open University Press.

Plowden, B. (Chairman) (1967). Children in their Primary Schools. (Vls. 1 and 2).  London:  HMSO.

Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (1987). Το Αναλυτικό Πρόγραμμα της Τέχνης στη Δημοτική – Μέση Εκπαίδευση για την Εννιάχρονη Υποχρεωτική Παιδεία. Εγκύκλιος ΥΠΠ προς Διευθυντές Δημοτικής – Μέσης Εκπαίδευσης. Μάιος 29.

Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (1998). Προώθηση της Εννιάχρονης Εκπαίδευσης  Εγκύκλιος προς του Διευθυντές Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης. Μάρτης 3

Van Gennep, A. (1909). Les Rites du Passage (translated by Visedorm and Caffee, 1960). London: Routledge and Kegan Paul.

Ψάλτης, Ι. (2008) Η Μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Αθήνα: Πάργα