Σωματική Άσκηση και Ενδοκρινές Σύστημα στο Παιδί και στον έφηβο

Μερόπη Τούμπα, Σάββας Χρ Σάββα, Νίκος Σκορδής

1 Παιδοενδοκρινολογική Μονάδα, Παιδιατρικό Τμήμα, Μακάριο Νοσοκομείο, Λευκωσία

2 Ερευνητικό & Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Υγεία του Παιδιού

ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Το ενδοκρινές σύστημα αποτελείται από συγκεκριμένους αδένες που παράγουν τις ουσίες-ορμόνες οι οποίες έχουν ποικίλη δράση στα όργανα στόχους, ρυθμίζοντας έτσι τον μεταβολισμό του οργανισμού. Η σωματική άσκηση έχει άμεση επίδραση στο ενδοκρινές σύστημα αφού αποτελεί θετικό ή αρνητικό ερέθισμα για την έκκριση των ορμονών.

Η βραχεία άσκηση ευοδώνει την έκκριση της Αυξητικής Ορμόνης από την υπόφυση ενισχύοντας έτσι την σωματική αύξηση. Οι έφηβοι κολυμβητές συγκριτικά με τους μη αθλούμενους συνομήλικους τους πλεονεκτούν σε όλους τους δείκτες σωματικής αύξησης παρουσιάζοντας ταυτόχρονα και επιτάχυνση της σκελετικής τους ωριμότητας.

Ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά αθλητών σχολικής ηλικίας όπως ανάστημα, βάρος σώματος, δείκτες σκελετικής αντοχής, ποσότητα υποδόριου λίπους, μυϊκή δύναμη ανταποκρίνονται στα φυσιολογικά για την ηλικία τους.

Η συνήθης σωματική άσκηση δεν επηρεάζει αρνητικά το ανάστημα των παιδιών. Αντίθετα σε μερικές μελέτες παρατηρήθηκε ότι σε μικρόσωμες αθλήτριες ρυθμικής γυμναστικής και μπαλαρίνες υπάρχει μια σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη η οποία τις πλείστες φορές εξηγείται από τη γενετική προδιάθεση και επιβαρύνεται από την ένταση της φυσικής άσκησης. Μερικές μάλιστα μελέτες απέδειξαν την αρνητική επίδραση της έντονης και μακροχρόνιας άσκησης στο τελικό ανάστημα των κοριτσιών αυτών. Εντατική άσκηση στις νεαρές αθλήτριες ενόργανης γυμναστικής που άρχισε πριν από την εφηβεία και συνεχίστηκε κατά την εφηβεία αλλοιώνει το ρυθμό αύξησης σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να επηρεάζει αρνητικά το γενετικά καθορισμένο τελικό ανάστημα.

Η φυσική δραστηριότητα, προπόνηση και συμμετοχή στα σπορ δεν επηρεάζουν το τελικό ανάστημα και την ηλικία εμφάνισης του μέγιστου ρυθμού αύξησης και την ανάπτυξη στα αγόρια. Οι νεαροί αθλητές μεγαλώνουν φυσιολογικά όπως και οι άλλοι, ενώ έχουν μικρότερο ποσοστό λίπους σώματος.

Η έντονη σωματική άσκηση επηρεάζει επίσης την εξέλιξη της εφηβείας. Η πρόοδος στη σεξουαλική ωρίμανση και η έναρξη της εμμήνου ρύσεως στις αθλήτριες καθορίζεται από γενετικούς κα περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως το στρες, η έντονη άσκηση, η οστική καταπόνηση και οι διαιτητικές συνήθειες. Η καθυστέρηση εμφάνισης της εμμηναρχής καθώς και οι ανωμαλίες στην έμμηνο ρύση είναι συχνά φαινόμενα στις αθλήτριες και οφείλονται κυρίως σε καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Γονάδες. Η συνήθης και τακτική άσκηση σε κορίτσια κατά τη διάρκεια της εφηβείας δεν επηρεάζει το χρόνο έναρξης και την πρόοδο της σεξουαλικής ωρίμανσης.

Η άσκηση κατά τη διάρκεια της αύξησης συμβάλλει στην πρόληψη της οστεοπόρωσης αυξάνοντας την οστική πυκνότητα λόγω της οστεογενετικής της δράσης. Η άσκηση όμως κατά την εφηβεία που συνοδεύεται από πρωτοπαθή αμηνόρροια οδηγεί σε χαμηλή οστική πυκνότητα. Η έναρξη της προεφηβικά ίσως να μειώνει τη συχνότητα των καταγμάτων στη μετεμμηνοπαυσιακή ηλικία αφού τα ωφελήματα της συνεχίζουν και στην ενήλικο ζωή.

Η ορμόνη λεπτίνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, πληροφορεί το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα για τα αποθέματα λίπους στον οργανισμό. Στα παχύσαρκα άτομα παρατηρούνται ψηλότερα επίπεδα της ορμόνης αυτής. Η λεπτίνη ρυθμίζει την έκκριση της αυξητικής ορμόνης και είναι απαραίτητο σήμα υπεύθυνο για την πυροδότηση της έναρξης της εφηβείας. Σε μέτριας έντασης και μικρής διάρκειας αερόβια άσκηση δεν παρατηρείται μεταβολή στην παραγωγή λεπτίνης ενώ μείωση της παρατηρείται στους μαραθωνοδρόμους. Σε παιδιά ηλικίας 5 ετών τα επίπεδα της λεπτίνης σχετίζονται θετικά με τη συνολική κατανάλωση ενέργειας, το βασικό μεταβολικό ρυθμό και το επίπεδο φυσικής άσκησης. Παραμένει ερωτηματικό αν τα μειωμένα επίπεδα λεπτίνης ευθύνονται για την καθυστέρηση στην έναρξη της εφηβείας που παρατηρείται σε άτομα που ασχολούνται με συγκεκριμένα αθλήματα.

Εισαγωγή

Το ενδοκρινικό σύστημα είναι ένα πολύπλοκο σύστημα παραγωγής (από τους ενδοκρινείς αδένες) και αποστολής χημικών αγγελιοφόρων (των ορμονών) σε απομακρυσμένα όργανα στόχους, με τους οποίους ρυθμίζεται η λειτουργία των οργάνων στόχων αλλά και ο μεταβολισμός.

Η ρύθμιση και η καλή λειτουργία του συστήματος αυτού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, τόσο κληρονομικούς όσο και επίκτητους – ενδογενείς και περιβαλλοντικούς Η φυσική άσκηση είναι ένας από τους ρυθμιστικούς παράγοντες του ενδοκρινικού συστήματος. Η αλληλεπίδραση φυσικής άσκησης και λειτουργίας του ενδοκρινικού συστήματος είναι μείζονος σημασίας κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία κατά τις οποίες ο ανθρώπινος οργανισμός υφίσταται δραματικές αλλαγές τόσο στη σωματική όσο και τη ψυχική διάπλαση του ατόμου.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής χαρακτηρίζεται από έλλειψη συστηματικής άσκησης στην πλειοψηφία των νεαρών ατόμων όμως το ποσοστό παιδιών που συμμετέχει ενεργά σε αθλήματα αυξάνει σημαντικά στις αναπτυγμένες χώρες. 1 Στο παρόν άρθρο γίνεται μια προσπάθεια να διευκρινιστεί η αλληλεπίδραση αυτή κατά την παιδική και εφηβική ηλικία Κύρια σημεία συζήτησης επιλέχθηκαν η σωματική αύξηση, η έναρξη της εφηβείας, η αναπαραγωγή και οι συσχέτιση άσκησης και οστεοπόρωσης. Αναλύεται επίσης η συσχέτιση της άσκησης με τη λεπτίνη που φαίνεται να έχει μείζονα ρόλο στη ρύθμιση του σωματικού λίπους.

Σωματική Αύξηση και Άσκηση:

Το 1963 οι Roth και συν. απέδειξαν ότι η αυξημένη φυσική δραστηριότητα προκαλεί αύξηση στα επίπεδα της αυξητικής ορμόνης. Ως εκ τούτου γίνεται χρήση της δοκιμασίας άσκησης (διέγερση) σαν διαγνωστικό μέσο στην εκτίμηση της ικανότητας της υπόφυσης να παράγει και να εκκρίνει την αυξητική ορμόνη. Η κλινική σημασία του φαινομένου αυτού βρίσκεται ακόμα σε διερεύνηση αν και είναι εμφανής η ευεργετική συνέπεια της άσκησης.

Η επίδραση της έντονης άσκησης στην αύξηση των παιδιών και εφήβων ήταν πάντοτε ένα σημαντικό στοιχείο τριβής. Είναι λογικό να υποθέσει κανένας ότι ο συνδυασμός καθυστέρησης της ήβης, με τον αυστηρό περιορισμό στη διατροφή (ένα δυνητικό αίτιο μειωμένου ρυθμού αύξησης) και την παρατεταμένης έντασης άσκηση αποτελεί ένα πιθανό επιβλαβή παράγοντα για τη σωματική αύξηση και ανάπτυξη των εφήβων. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη μελέτη της επίδρασης της μέτριας και μικρής έντασης σε σχέση με τη μεγάλης έντασης φυσική άσκηση στους εφήβους. Τα αποτελέσματα της άσκησης στο ορμονικό και το μυοσκελετικό σύστημα εξετάζονται εκτενώς από πολλά ερευνητικά κέντρα. Οι μελέτες αυτές όμως παρουσιάζουν πολλά μεθοδολογικά προβλήματα που κυρίως αφορούν το είδος των αθλημάτων, τη διάρκεια της άθλησης, τον ορισμό της εντατικής άσκησης, την επιλογή παιδιών για συγκεκριμένα αθλήματα (π.χ. μικρόσωμα παιδιά επιλέγονται στην ολυμπιακή γυμναστική) αλλά και τις θέσεις των αθλημάτων.

Συγκεκριμένα έχει βρεθεί ότι ο ρυθμός της μέγιστης αύξησης του ύψους (peak height velocity-PHV) είναι μικρότερος σε έφηβες γυμνάστριες (μέση ηλικία 12,3 έτη, μέσος χρόνος άσκησης 22 ώρες /εβδομάδα) σε σχέση με συνομήλικες τους κολυμβήτριες (μέση ηλικία 12,3 έτη, μέσος χρόνος άσκησης 8 ώρες /εβδομάδα).

Στις γυμνάστριες ο PHV είναι 5,48 + – 3,2 cm /έτος, τιμή που βρίσκεται περίπου 2 σταθερές αποκλίσεις (SD) κάτω του αναμενόμενου ενώ στις κολυμβήτριες είναι 8,0 +-0,5 cm /έτος, τιμή που αντιστοιχεί στο μέσο όρο.2 Στην ίδια μελέτη το προβλεπόμενο τελικό ανάστημα (υπολογιζόμενο από την οστική ηλικία) ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με το αναμενόμενο τελικό ανάστημα (υπολογιζόμενο με βάση το ανάστημα των γονέων), στις κολυμβήτριες συγκριτικά με τις γυμνάστριες.

Η μακροχρόνια παρακολούθηση των αθλητριών αυτών για 2-3 έτη έδειξε μια προοδευτική μείωση του προβλεπόμενου τελικού αναστήματος στις γυμνάστριες, ενώ στις κολυμβήτριες παρέμεινε σταθερό. Όσες αθλήτριες ήταν κοντά στην οστική ωρίμανση (οστική ηλικία ≈15 ετών) είχαν τελικό ανάστημα χαμηλότερο του προβλεπόμενου τόσο οι γυμνάστριες (153.2 cm vs. 154.1 cm αντίστοιχα) όσο και οι κολυμβήτριες (166.6 cm vs. 168.1 cm αντίστοιχα). Είναι εμφανής παρόλα αυτά η σημαντική διαφορά του ύψους στις δύο ομάδες αθλητριών.2

Οι επιλεγμένες γυμνάστριες παρουσιάζουν εκτός του μειωμένου PHV όπως pροαναφέρθηκε, μείωση του ύψους και βάρους σώματος προϊούσης της ηλικίας. Έτσι ενώ οι παράμετροι αυτές στην ηλικία των 7-10 ετών βρίσκονται στην 50η Εκατοστιαία Θέση (ΕΘ), κατέρχονται στην 20η ΕΘ στην ηλικία των 11-14 ετών.3 Είναι σαφές επομένως και από τις δύο αυτές μελέτες2,3 ότι η αύξηση των επιλεγμένων γυμναστριών παρουσιάζει μια σημαντική κάμψη με την πάροδο της ηλικίας σε σχέση με τις συνομήλικες τους που ασκούνται λιγότερο ή και καθόλου. Η αιτία του φαινομένου αυτού πάντως εξακολουθεί να είναι αδιευκρίνιστη και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εντατική άσκηση.

Οι διαιτητικές στερήσεις στις οποίες υποβάλλονται οι αθλήτριες αυτές είναι ένας παράγοντας που ευθύνεται ενδεχομένως για την παρατήρηση αυτή.3

Ένας άλλος παράγοντας επίσης σημαντικός είναι και η γενετική προδιάθεση των κοριτσιών που επιλέγονται για τα αθλήματα αυτά. Έχει βρεθεί σε άλλη μελέτη ότι το ύψος και βάρος σώματος των γονέων γυμναστριών είναι σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με γονείς κολυμβητριών και άλλων μαρτύρων.4 Έτσι φαίνεται ότι η επιλογή της ομάδας αυτής των γυμναστριών σαν πρότυπο μελέτης της επίδρασης της άσκησης στην ανάπτυξη δεν μπορεί να οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

Σε πρόσφατη δημοσίευση του Γεωργόπουλου και συν. όπου έγινε σύγκριση μεταξύ επιλεγμένων γυμναστριών καλλιτεχνικής και ρυθμικής γυμναστικής βρέθηκε ότι οι τελευταίες είχαν περιορισμένο ρυθμό αύξησης και χαμηλότερο ανάστημα σε σύγκριση με τις πρώτες οι οποίες ακολουθούσαν το γενετικά καθορισμένο τους ανάστημα.5

Αντίθετα σε μια μελέτη των Geithner και συν. βρέθηκε ότι η συχνή ενεργός προπόνηση στα κορίτσια δεν επηρεάζει το ρυθμό αύξησης ούτε το τελικό ανάστημα.6 Παρόμοια ευρήματα αναφέρονται και σε άλλες μελέτες. 7-9 Οι Μalina και συν. βρήκαν ότι τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια δρομείς δεν παρουσίαζαν διαφορές στο ρυθμό αύξησης ούτε στο ανάστημα σε σύγκριση με τους μη αθλούμενους.10 Επίσης έχει βρεθεί ότι στις επιλεγμένες αθλήτριες ρυθμικής γυμναστικής το προβλεπόμενο τελικό ανάστημα είναι ψηλότερο από το γενετικά αναμενόμενο γεγονός που δείχνει μάλλον θετική επίδραση της ρυθμικής γυμναστικής στη σωματική ανάπτυξη. Η μελέτη αφορούσε την αύξηση και διάπλαση σε μικρόσωμες αθλήτριες ηλικίας 11-23 χρόνων της Ρυθμικής Γυμναστικής όπου η συλλογή του υλικού της μελέτης έγινε κατά τη διάρκεια του 13ου Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος Ρυθμικής Γυμναστικής και ήδη 16 αθλήτριες είχαν αποκτήσει το τελικό τους ανάστημα κατέδειξε ότι:

Οι μικρόσωμες αθλήτριες Ρυθμικής Γυμναστικής παρουσιάζουν ειδικό ρυθμό σωματικής αύξησης. Το τελικό τους ανάστημα δεν φαίνεται να επηρεάζεται αρνητικά από παράγοντες όπως το στρες, η εντατική άσκηση, η καθυστέρηση της εφηβείας, η διαιτητική συμπεριφορά και οστική καταπόνηση αλλά καθορίζεται κυρίως από τη γενετική προδιάθεση. 11

Η αύξηση αρρένων κολυμβητών όχι μόνο δεν επηρεάζεται δυσμενώς αλλά πιθανόν να ευοδώνεται. Το μέσο ύψος αρρένων κολυμβητών σε σχέση με συνομήλικους τους αγύμναστους ήταν στατιστικά μεγαλύτερο σε διάφορες ηλικιακές ομάδες (7-19 ετών).12 Πάντως το τελικό ανάστημα των αρρένων γυμναστών φαίνεται να είναι όμοιο με του γενικού πληθυσμού, παρότι παρουσιάζουν μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης στη προεφηβική και στη πρώτη εφηβική ηλικία. 13 Οι άρρενες δρομείς και αθλητές σε ομαδικά σπορ είναι πιο ψηλοί σε σχέση με συνομήλικους τους μη-αθλητές. 13

Αντίθετα έχει αποδειχτεί πρόσφατα ότι δεν υπάρχουν στατιστικώς σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε δρομείς και μη αθλούμενους συνομήλικους τους όσον αφορά το ύψος και τη μάζα σώματος. 10 Ανάλογα με το είδος της άσκησης έχει βρεθεί ότι η ταχύτητα και η δυναμική άσκηση επιδρούν στο ύψος και το βάρος των ποδοσφαιριστών ενώ η αερόβια άσκηση έχει επίδραση στη σεξουαλική τους ωρίμανση.14 Τα δεδομένα που αναφέρθηκαν όμως οφείλουν να αξιολογηθούν με προσοχή και να συσχετισθούν με παράγοντες όπως η κληρονομικότητα, οι διατροφικές συνήθειες και ο τρόπος επιλογής των αθλητών για συγκεκριμένα αθλήματα.

Ο ρόλος της άσκησης γενικότερα στη σωματική αύξηση δεν έχει σαφώς διευκρινιστεί παρόλο που γίνονται έρευνες για την επεξήγηση των εμπλεκομένων μηχανισμών. Η βραχείας διάρκειας και μέτριας έντασης άσκηση ευοδώνει την έκκριση της αυξητικής ορμόνης σε ενήλικες15 όχι όμως και σε παιδιά. Επιδρά γενικά στο σύστημα αυξητικής ορμόνης- IGF-1.16 Βραχείας διάρκειας άσκηση, πέντε εβδομάδων, που οδήγησε σε αύξηση της μυϊκής μάζας μηρού όπως τεκμηριώθηκε με MRI, δεν οδήγησε σε αύξηση στη μέση τιμή, τον αριθμό των κυμάτων έκκρισης, το χρονικό εύρος των κυμάτων έκκρισης ή το ύψος έκκρισης της αυξητικής ορμόνης (GH), ενώ αντίθετα ο IGF-1 παρουσίασε μείωση σε σχέση με τους μάρτυρες, παρόλο που τόσο η GH όσο και ο IGF-1 είναι σε πιο ψηλά επίπεδα στους φορμαρισμένους έφηβους. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι βραχυπρόθεσμα η άσκηση δημιουργεί ένα καταβολικό ίσως καθεστώς που εκφράζεται ορμονικά με ελάττωση του IGF-1. 16

Τα ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά αθλητών σχολικής ηλικίας όπως ανάστημα, βάρος σώματος, δείκτες σκελετικής αντοχής, εκτίμηση μυϊκής δύναμης και ποσοστό υποδόριου λίπους ανταποκρίνονται στα φυσιολογικά επίπεδα για την ηλικία τους. Η συνήθης άσκηση δεν επηρεάζει αρνητικά το τελικό ανάστημα των παιδιών αλλά ενισχύει την πυκνότητα και εναπόθεση ιχνοστοιχείων στα οστά και προκαλεί υπερτροφία των μυών λόγω αύξησης του DNA και είναι ο πλέον σημαντικός παράγοντας στην ρύθμιση – μείωση του λίπους του σώματος. Επιπρόσθετα δεν επηρεάζει αρνητικά το ρυθμό της σκελετικής και βιολογικής ωρίμανσης. Συμπερασματικά θα πρέπει να τονισθεί ότι η φυσική δραστηριότητα, προπόνηση και συμμετοχή στα σπορ δεν επηρεάζουν το τελικό ανάστημα ούτε την ηλικία εμφάνισης του μέγιστου ρυθμού αύξησης και την ανάπτυξη στα αγόρια. Οι νεαροί αθλητές μεγαλώνουν φυσιολογικά για την ηλικία τους. Η αθλητική δραστηριότητα και διαγωνισμοί δεν επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη.

Σωματική σύσταση και Άσκηση:

Η σωματική σύσταση καθορίζεται από το βαθμό ισχνότητας ή παχυσαρκίας με ιδιαίτερη έμφαση στο σχετικό ποσοστό λίπους σώματος (ΣΠΛΣ). Η εκτίμηση όμως του ΣΠΛΣ ποικίλει ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο. Οι πλέον αξιόπιστες μέθοδοι εκτίμησης του θεωρούνται η πυκνομετρία, η υδρομετρία και η φασματομετρία ακτινοβολίας γ, ενώ τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται οι σύγχρονες απεικονιστικές μέθοδοι, όπως η αξονική (CT) και η μαγνητική τομογραφία (MRI). Η αξιολόγηση του ΣΠΛΣ με τις μεθόδους αυτές είναι σε γενικές γραμμές παρόμοια με μικρές μόνο διαφορές.

Τα βασικά μειονεκτήματα τους είναι ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν γρήγορα σε μεγάλο αριθμό ατόμων, έχουν μεγάλο οικονομικό κόστος και δεν είναι τελείως ακίνδυνες. Έτσι στην πράξη εφαρμόζονται απλές σωματομετρικές μέθοδοι που δεν είναι το ίδιο ακριβείς όσο οι προηγούμενες και που συχνά υπερεκτιμούν το ποσοστό λίπους σώματος. Οι ανθρωπομετρικές αυτές μέθοδοι όπως η μέτρηση δερματικών πτυχών είναι απλές και εύκολες στη χρήση τους και με απλές εξισώσεις προβλέπουν τη σωματική σύσταση. Επιπρόσθετα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για σκοπούς σύγκρισης. 13

Το ΣΠΛΣ σε νεαρούς (κάτω των 18 ετών) άρρενες αθλητές ομαδικών αθλημάτων ή δρομέων είναι μικρότερο σε σχέση με το αντίστοιχο μη- αθλητών, αν και το βάρος σώματος τους ήταν ελαφρά μεγαλύτερο. Το στοιχείο αυτό συνηγορεί υπέρ του μεγαλύτερου ποσοστού μη λιπώδους ιστού στους αθλητές αυτούς.13 Ομοίως έφηβες δρομείς έχουν πιο λεπτές δερματικές πτυχές σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, ενώ κορίτσια αθλήτριες σε ομαδικά αθλήματα έχουν παρόμοιου πάχους ή ελαφρά πιο λεπτές δερματικές πτυχές σε σχέση με συνομήλικες τους που δεν γυμνάζονται.13,17 Το πάχος της δερματικής πτυχής τρικέφαλου καθώς επίσης και το ΣΠΛΣ είναι χαμηλότερα σε νεαρούς κολυμβητές τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Η διαφορά αυτή γίνεται πιο εμφανής προϊούσης της ηλικίας κάτι που ερμηνεύει ίσως τα αποτελέσματα της μακροχρόνιας άσκησης.13

Εκτός από τη συσχέτιση του ΣΠΛΣ με το είδος των αθλημάτων έχει διερευνηθεί και η σχέση των μεταβολών του υποδόριου λίπους (προϊούσης της ηλικίας) με το λιπιδαιμικό προφίλ στους νεαρούς δρομείς. Το φύλο και η ηλικία δεν φάνηκε να επιδρούν θετικά ή αρνητικά στον υποδόριο λιπώδη ιστό των δρομέων συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό παρά το μικρότερο συνολικό πάχος δερματικών πτυχών των αθλητών. Όσο πιο αυξημένο ήταν το πάχος δερματικών πτυχών του κορμού σε σχέση με το πάχος των δερματικών πτυχών των άκρων τόσο πιο ψηλά ήταν τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα. Συγκεκριμένα στους άρρενες βρέθηκαν αυξημένα: η LDL-χοληστερόλη, τα τριγλυκερίδια και ο λόγος ολικής χοληστερόλης/HDL-χοληστερόλης ενώ στα θήλυ ανευρέθηκαν αυξημένα τα τριγλυκερίδια και ελαττωμένη η HDL-χοληστερόλη. 18

Εμφανή είναι τα ευεργετικά αποτελέσματα της άσκησης στη ρύθμιση του υποδόριου λιπώδους ιστού και των κυκλοφορούντων λιπιδίων στο αίμα με αποτέλεσμα εκτός από τη δημιουργία ωραίας και αισθητικά καταξιωμένης σωματικής σύστασης και την εξασφάλιση της υγείας και τη διατήρηση καλής φυσικής κατάστασης στο μέλλον.

Άσκηση και Αναπαραγωγικό σύστημα

Η επίδραση της άσκησης στην εφηβεία, την  έμμηνο ρύση και την αναπαραγωγή παρουσιάζουνμητέρες συμπεριλήφθησαν και αδελφές αθλητριών διαφόρων σπορ όπου υπήρξε συσχέτιση της ηλικίας εμμηναρχής.28 Επίσης βρέθηκε ότι στις λευκές αθλήτριες που ανήκουν σε πολυμελείς οικογένειες, η εμμηναρχή καθυστερεί κατά 0,17 χρόνια και στις μαύρες κατά 0,21 χρόνια. Αρνητική επίδραση στην έναρξη της εμμηνορρυσίας έχει και η μικρότερη θέση της αθλήτριας στην κατά σειρά γέννηση της στην οικογένεια.29

Έτσι δεν μπορεί αβίαστα να ενοχοποιηθεί η άσκηση σαν ο αποκλειστικά επιβαρυντικός παράγοντας στην καθυστέρηση της εμμηναρχής. Η θεωρία του ιδανικού βάρους για την πυροδότηση της εμμηναρχής είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα πιθανή αιτία για την καθυστέρηση της εμμηναρχής στις αθλήτριες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το μειωμένο ποσοστό σωματικού λίπους που εμφανίζουν οι αθλήτριες είναι εν μέρει τουλάχιστον υπεύθυνο για την καθυστέρηση στην εμμηναρχή. Το ποσοστό σωματικού λίπους που υπολογίστηκε ως απαραίτητο για την διατήρηση  της κανονικού κύκλου ανέρχεται στο 26-28%.30

Η μέτρια έως μεγάλη απώλεια βάρους που συμβαίνει λόγω δίαιτας ή λόγω παθολογικών καταστάσεων (πχ νευρογενής ανορεξία), οδηγεί σε δευτεροπαθή αμηνόρροια. Η ανάκτηση του σωματικού βάρους οδηγεί αντίθετα τις γυναίκες αυτές στην αποκατάσταση του καταμήνιου κύκλου. Με τον ίδιο τρόπο φαίνεται ότι σε αθλήτριες διαφόρων αθλημάτων η καθυστέρηση της εμμηναρχής οφείλεται στο μειωμένο ποσοστό σωματικού λίπους άσχετα με το βάρος σώματος (αυξημένη μυϊκή μάζα, μειωμένο ποσοστό λίπους σώματος). Πιθανολογείται τέλος ότι για τις διαταραχές αυτές συμμετέχει άμεσα ο λιπώδης ιστός είτε ως μία εξωγοναδική πηγή παραγωγής οιστρογόνων είτε με το μεταβολισμό των οιστρογόνων σε πιο δυναμική μορφή είτε μεταβάλλοντας την ικανότητα σύνδεσης των οιστρογόνων. 30

Η άσκηση είναι καλά γνωστό ότι μπορεί να επηρεάσει και το φυσιολογικό καταμήνιο κύκλο (δευτεροπαθής αμηνόρροια, διαταραχές του κύκλου) πλην της πρωτοπαθούς αμηνόρροιας. Οι παλαιότερες υποθέσεις για την αιτιολόγηση των διαταραχών αυτών που υιοθετούσαν την υπερπρολακτιναιμία ως βασικό αίτιο, έχουν σήμερα απορριφθεί. Οι τρέχουσες απόψεις τονίζουν τη σημασία του περιορισμού της θερμιδικής πρόσληψης, παρότι δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ο ακριβής μηχανισμός. Υπάρχουν ενδείξεις πάντως, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, ότι στην πρωτοπαθή αμηνόρροια υπάρχει διαταραχή της ρυθμικής έκκρισης της υποθαλαμικής ορμόνης GnRH.31 Η διαταραχή αυτή εξηγείται από πολλές θεωρίες που ξεφεύγουν από το σκοπό του άρθρου αυτού.

Το πιο εμφανές αποτέλεσμα των ενδοκρινολογικών διαταραχών που παρατηρούνται στις αθλήτριες είναι η παροδική αδυναμία σύλληψης, η οποία βέβαια είναι αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της άσκησης. Παρόλα αυτά οι περισσότερες αθλήτριες αρνούνται τη διακοπή της άσκησης με το σκοπό της επίτευξης κύησης.31,32
Στις περιπτώσεις αυτές η ορμονική υποκατάσταση μπορεί να βοηθήσει την αθλήτρια να τεκνοποιήσει.

Συμπερασματικά τονίζεται ότι η συνήθης και κανονική άσκηση σε σπορ στα κορίτσια κατά τη διάρκεια της εφηβείας δεν επηρεάζει τον χρόνο έναρξης και την πρόοδο της σεξουαλικής ωρίμανσης. Η ηλικία εμφάνισης της εμμηναρχής είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο όπου συμμετέχουν: η οικογενειακή προδιάθεση, εκλεκτικοί βιολογικοί παράγοντες όπως φυσική δραστηριότητα και ικανότητα καθώς και περιβαλλοντικοί παράμετροι όπως έντονη σωματική άσκηση, χρόνιο στρες, διαιτητική συμπεριφορά και ποσοστό σωματικού λίπους. Στις αθλήτριες και ιδιαίτερα στις μπαλαρίνες και τις αθλήτριες ρυθμικής γυμναστικής όχι όμως στις κολυμβήτριες παρατηρείται καθυστέρηση της εμμηναρχής, η οποία σχετίζεται με τους δείκτες βιολογικής ωρίμανσης. Οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως που παρατηρούνται στις κολυμβήτριες οφείλονται σε διαφορετικό ορμονικό προφίλ από αυτό που παρατηρείται στις μπαλαρίνες και στις γυμνάστριες  το οποίο συνηγορεί για υπερανδρογοναιμία αντί για Υποθάλαμο -Υποφυσιακή καταστολή.

Άσκηση και μεταβολισμός των οστών

Η οστεοπόρωση είναι νόσημα που αφορά κυρίως μεσήλικες ή ηλικιωμένες γυναίκες, θεωρείται όμως ότι η παθογένεια έχει τις βάσεις της στην παιδική και κυρίως στην εφηβική ηλικία.

Βρέθηκε ότι ανάμεσα σε νεαρές ενήλικες γυναίκες, οι αμηνορροϊκές αθλήτριες δρόμου είχαν μειωμένη ολική οστική πυκνότητα (total bone mineral density) και περιεκτικότητα (total bone mineral content) συγκριτικά με αθλήτριες που διατηρούσαν   κανονική εμμηνορρυσία.33 Επομένως η άσκηση δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί για την μείωση της οστικής πυκνότητας. Αντίθετα σε προεμμηνορροϊκά κορίτσια, έντονη άσκηση διάρκειας 10 μηνών οδήγησε σε αύξηση της οστικής πυκνότητας η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο από την αύξηση, κατά τους συγγραφείς, αλλά και από  την πιθανή οστεογενετική επίδραση της άσκησης.34

Αρκετά σημαντικό είναι μάλιστα το γεγονός ότι η ευεργετική αυτή επίδραση της άσκησης στην προεμμηνορρυσιακή ηλικία, διατηρείται και αργότερα, αφού σε αθλήτριες ρυθμικής γυμναστικής παρατηρήθηκε αυξημένη οστική πυκνότητα, τόσο σε αθλήτριες ενεργείς προεμμηνορρυσιακά, όσο και σε αθλήτριες που είχαν σταματήσει να γυμνάζονται.35 Συμπεραίνεται λοιπόν ότι η άσκηση στα προεφηβικά χρόνια δρα ευεργετικά στην οστική πυκνότητα. Φαίνεται ότι τα χρόνια αυτά αποτελούν την ιδανική ηλικία για άθληση δεδομένου ότι τα αποτελέσματα αυτής διατηρούνται και μετά στην ενήλικο ζωή και επομένως ο κίνδυνος για οστεοπορωτικά κατάγματα μετά την εμμηνόπαυση μειώνεται σημαντικά στις γυναίκες που έχουν ασκηθεί σαν   παιδιά.

Άσκηση και Λεπτίνη

Η λεπτίνη είναι η απισχναντική ορμόνη που ανακαλύφθηκε τα τελευταία χρόνια και αποτελεί την φωνή του λιπώδους ιστού στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα για μείωση της προσλαμβανόμενης τροφής. Οι κλινικές εκδηλώσεις στα ομόζυγα ob/ob ποντίκια (που

χαρακτηρίζονται από γενετικά καθορισμένη έλλειψη λεπτίνης) παρατηρούνται ενωρίς και είναι εκσεσημασμένη παχυσαρκία, διαβήτης, υπερλιπιδαιμία, υπεργλυκαιμία, αντίσταση στην ινσουλίνη, υποθερμία και στείρωση. 36

Η χορήγηση εξωγενώς λεπτίνης στα ob/ob ποντίκια, οδηγεί εκτός των άλλων σε αύξηση στην κατανάλωση ενέργειας (energy expenditure).37-39

Αναμενόμενο ήταν λοιπόν να στραφεί το ενδιαφέρον αρκετών μελετητών στην συσχέτιση της λεπτίνης με την άσκηση αλλά και την επίδραση της στην κατανάλωση ενέργειας (βασικός μεταβολισμός και/ή φυσική άσκηση). Μέτριας έντασης αερόβια άσκηση για βραχύ χρονικό διάστημα, δεν επηρεάζει τα επίπεδα λεπτίνης στο πλάσμα, ούτε και τον ρυθμό παραγωγής της από το κοιλιακό υποδόριο λίπος σε άντρες που δεν ασκούνται.40 Αντίθετα σε ενήλικες άντρες έντονη ποδηλασία διάρκειας 2 ωρών μείωσε τα επίπεδα λεπτίνης κατά 8,3% και η παρατεταμένη άσκηση   μαραθωνοδρόμων  ανδρών μείωσε τα επίπεδα της λεπτίνης κατά 32%. Και στις δύο ομάδες τα επίπεδα της λεπτίνης επανήλθαν στα προ της άσκησης επίπεδα 6 και 24 ώρες μετά την άσκηση αντίστοιχα.41

Μακροχρόνια άσκηση επίσης μειώνει τα επίπεδα της λεπτίνης, σε γυναίκες42 και παχύσαρκους άντρες.43 Η μείωση των επιπέδων αυτών συμβαίνει ανεξάρτητα από μεταβολές του ποσοστού σωματικού λίπους.43

Σε παιδιά ηλικίας 5 ετών, βρέθηκε ότι τα επίπεδα λεπτίνης σχετίζονται θετικά με τη συνολική κατανάλωση ενέργειας (TEE), το βασικό μεταβολικό ρυθμό (RMR) και το επίπεδο φυσικής άσκησης (PAL).44 Ανάλογα ευρήματα διαπιστώθηκαν σε προεφηβικά παιδιά. Πλην όμως η λεπτίνη δεν φάνηκε να ρυθμίζει την κατανάλωση ενέργειας (energy expenditure) όταν στην στατιστική ανάλυση συμπεριελήφθη η παράμετρος του σωματικού λίπους. 45

Συμπερασματικά είναι σαφές ότι η μεγάλης και μέτριας έντασης βραχυχρόνια άσκηση μειώνει τα επίπεδα της λεπτίνης σε ενήλικες, χωρίς όπως φαίνεται να επηρεάζεται από την μεταβολή του σωματικού λίπους που επιφέρει η άσκηση. Τα δεδομένα στα παιδιά δείχνουν ότι τα επίπεδα της λεπτίνης δεν παίζουν ανεξάρτητο ρόλο στη ρύθμιση της κατανάλωσης ενέργειας αλλά συνεργούν με άλλους μηχανισμούς.

Βιβλιογραφία

1. Mansfield MJ, Emans SJ. Growth in female gymnasts. Should training decrease during puberty? J Pediatr 1993; 122: 237-239.

2. Theintz GE, Howald H, Weiss U, Sizonenko PC. Evidence for a reduction of growth potential in adolescent female gymnasts. J Pediatr 1993; 122: 306- 313.

3. Benardot D, Czerwinski C. Selected body composition and growth measures of junior elite gymnasts. J Am Diet Assoc 1991; 91: 29-33.

4. Theintz GE, Howald H, Allemann Y, Sizonenko PC. Growth and pubertal development of young female gymnasts and swimmers: a correlation with parental data. Int J Sports Med. 1989; 10: 87-91.

5. Georgopoulos N, Markou K, Theodoropoulou A, Benardot D, Leglise M, Vagenakis A. Growth retardation in artistic compared with rhythmic elite female gymnasts. J Clin Endocrinol Metab. 2002; 87: 3169-3173.

6. Geithner CA, Woynarowska B, Malina RM. The adolescent spurt and sexual maturation in girls active and not-active in sport. Ann Hum Biol. 1998; 25: 415-23.

7. Malina RM. Physical activity and training: effects on stature and the adolescent growth spurt. Med Sci Sports Exerc 1994; 26:759-66.

8. Malina RM. Physical growth and biological maturation of young athletes. Exrc Sport Sci Rev. 1994; 22:389-433.

9. Malina RM. Physical activity and fitness: pathways from childhood to adulthood. Am J Human Biol. 2001; 13:159-61.

10. Eisenmann JC, Malina RM. Growth status and estimated growth rate of young distance runners. Int J Sports Med. 2002; 23:168-73.

11. Georgopoulos N, Markou K, Theodoropoulou A, Vagenakis G, Benardot D, Leglise M, Johannes C, Dimopoulos A, Vagenakis A. Height velocity and skeletal maturation in elite female rhythmic gymnasts. J Clin Endocrinol Metab. 2001; 87: 5159-5164.

12. Νικολόπουλος Γ, Χατζηκωνσταντίνου Σ. Βιολογική ωρίμανση κολυμβητών και αγύμναστων συνομήλικων τους. Κινησιολογία 1996; 1: 183-191.

13. Malina RM, Meleski BW, Shoup RF. Anthropometric, Body composition, and Maturity Characteristics of selected School-Age athletes. Pediatr Clin North Amer 1982; 29: 1305-1323.

14. Malina RM, Eisenmann JC, Cumming SP, Ribiero B, Aroso J. maturity-associated variation in the growth and functional capacity in youth football (soccer) players 13-15 years. Eur J Appl Physiol. 2003; 27.

15. Kanaley JA, Weltman JY, Veldhuis JD, Rogol AD, Hartman ML, Weltman A. Human growth hormone  response to repeated bouts of aerobic exercise. J Appl Physiol. 1997; 83: 1756-1761.

16. Eliakim A, Brassel JA, Mohan S, Barstow TJ, Berman N, Cooper DM. Physical fitness, Endurance training, and the growth hormone-Insulin-Like growth factor I system in adolescent females. J Clin Endocrinol Metab 1996; 81: 3986-3992.

17. Eisenmann JC, Malina RM. Age- and sexassociated variation in neuromascular capacities of adolescent distance runners. J Sports Sci. 2003; 21:551- 7.

18. Eisenmann JC, Malina RM. Age- related changes in subcutaneous adipose tissue of adolescent distance runners and association with blood lipoproteins. Ann Hum Biol. 2002; 29: 389-97.

19. Malina RM. Menarche in athletes: a synthesis and hypothesis. Ann Hum Biol. 1983; 10: 1-24.

20. Lindholm C, Hagenfeldt K, Ringertz BM. Pubertal development in elite juvenile gymnasts. Effects of physical training. Acta Obstet Gynecol Scand. 1994; 73:269-273.

21. Claessens AL, Malina RM, Lefevre J, Beunen G, Stijnen V, Maes H, Veer FM. Growth and menarheal status of elite female gymnasts. Med Sci Sports Exerc. 1992; 24: 755-763.

22. Baxter-Jones ADG, Helms P, Baines-Preece J, Preece M. Menarche in intensively trained gymnasts, swimmers and tennis players. Ann Hum Biol. 1994; 21: 407-415. Παιδιατρική Ενημέρωση, 2004; 8: 26-33 33

23. Warren MP. The effects of exercise on pubertal progression and reproductive function in girls. J Clin Endocrinol Metab. 1980; 51: 1150-1157.

24. Abraham SF, Beumont PJ, Fraser IS, Llewellyn- Jones D. Body weight, exercise and menstrual status among ballet dancers in training. Br J Obstet Gynaecol. 1982; 89: 507-510.

25. Georgopoulos N, Markou K, Theodoropoulou A, Paraskevopoulou P, Varaki I, Kazantzi Z, Leglise M, Vagenakis A. Growth and pubertal development in elite

female rhythmic gymnasts. J Clin Endocrinol Metab. 1999; 84:4525-4530.

26. Pellerin-Massicote J, Brisson GR, St-Pierre C, Rioux P, Rajotte D. Effect of exercise on the onset of puberty, gonadotrophins, and ovarian inhibin. J Appl Physiol. 1987; 63: 1165-1173.

27. Manning JM, Bronson FH. Suppression of puberty in rats by exercise: effects on hormone levels and reversal with GnRH infusion. Am J Physiol. 1991; 260 (4 pt 2): R717-723.

28. Malina RM, Ryan RC, Bonci CM. Age at menarche in athletes and their mothers and sisters. Ann Hum Biol. 1994; 21: 417-422.

29. Malina RM, Katzmarzyk PT, Bonci CM, Ryan RC, Wellens RE. Family size and age at menarche in athletes. Med Sci Sports Exerc. 1997; 29: 99-106.

30. Frisch RE. The right weight: body fat, menarche and ovulation. Bailliers Clin Obstet Gynaecol. 1990; 4: 419-439.

31. De Cree C. Sex steroid metabolism and menstrual irregularities in the exercising female. A review. Sports Med.1998; 25: 369-406.

32. Hutton JD. Effect of exercise on puberty, periods and pregnancy. NZ Med J 1986; 99: 6-7.

33. Myerson M, Gutin B, Warren MP, Wang J, Lichtman S, Pierson RN. Total body bone density in amenorrheic runners. Obstet Gynecol. 1992; 79: 973- 978.

34. Morris FL, Naughton GA, Gibbs JL, Carlson JS, Wark JD. Prospective ten-month exercise intervention in premenarcheal girls: positive effects on bone and lean mass. J Bone Miner Res. 1997; 12: 1453-1462.

35. Bass S, Pearce G, Bradney M, Hendrich E, Delmas PD, Harding A, Seeman E. Exercise before puberty may confer residual benefits in bone density in adulthood: studies in active prepubertal and retired female gymnasts. J Bone Miner Res. 1998; 13: 500-507.

36. Bray GA, York DA. Leptin and Clinical Medicine: A New Piece in the Puzzle of Obesity. J Clin Endocrinol Metab. 1997; 82:2771-6.

37. Halaas JL, Gajiwala KS, Maffei M, Cohen SL, Chait BT, Rabinowitz D, Lallone RL, Burley SK, Friedman JM. Weight-reducing effects of the plasma protein encoded by the obese gene. Science 1995; 269:543-6.

38. Campfield LA, Smith FJ, Guisez Y, Devos R, Burn P. Recombinant mouse OB protein: evidence for a peripheral signal linking adiposity and central neural networks. Science 1995; 269:546-9.

39. Pelleymounter MA, Cullen MJ, Baker MB, Hecht R, Winters D, Boone T, Collns F. Effects of the obese gene product on body weight regulation in ob/ob mice. Science 1995; 269:540-543.

40. Racette SB, Coppack SW, Landt M, Klein S. Leptin production during Moderate-Intensity Aerobic Exercise. J Clin Endocrinol Metab. 1997; 82:2275-77.

41. Landt M, Lawson GM, Helgeson JM, Davila- Roman VG, Ladenson JH, Jaffe AS, Hicker RC. Prolonged exercise decreases serum leptin concentrations. Metabolism. 1997; 10:1109-12.

42. Kohrt WM, Landt M, Birge JS. Serum leptin levels are reduced in response to exercise training, but not hormone replacement therapy, in older women. J Clin Endocrinol Metab. 1996; 81:3980-85

43. Pasman WJ, Westerterp-Plantenga MS, Saris WHM. The effect of exercise training on leptin levels in obese males. Am J Physiol. 1998; 274: E280-E286.

44. Salbe AD, Nicolson M, Ravussin E. Total energy expenditure and the level of physical activity correlate  with plasma leptin concentrations in five-year-old children. J Clin Invest. 1997; 99: 592-5.

45. Nagy TR, Gower BA, Shewchuk RM, Goran MI. Serum leptin and energy expenditure in Children. J Clin Endocrinol Metab. 1997; 82:4149-53

RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook