Σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου (Münchausen syndrome by proxy)

Από Νίκο Περσιάνη παιδίατρο

Σύνδρομο Μινχάουζεν

Το όνομα του συνδρόμου  προέρχεται από το βαρόνο Μινχάουζεν, Γερμανό συγγραφέα (1720-1797), και πρωταγωνιστή του βιβλίου του Ροδόλφου Ράσπε, του 1785. Στο βιβλίο περιγράφονται τα φανταστικά και ψεύτικα κατορθώματα του βαρόνου που άρχισε να τα διηγείται όταν  επέστρεψε από το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1768-1774).

Το σύνδρομο  περιγράφτηκε, για πρώτη φορά, από τον Dr. Richard Ascher, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lancet το 1951.

Οφείλεται σε  μια διανοητική διαταραχή, όπου ο “ασθενής”  επινοεί ασθένειες, ή τις προκαλεί ο ίδιος στον εαυτό του μέσω της λήψης φαρμάκων ή αυτοτραυματισμού. Ο σκοπός του δεν είναι,  η απουσία του από την εργασία, η οικονομική αποζημίωση ή πρόσβαση σε  φάρμακα, αλλά για να καλύψει βασικές του ψυχολογικές ανάγκες και  καταστάσεις όπως η προσέλκυση της προσοχής των άλλων γύρω από τον εαυτό του, και η συμπάθεια στο πρόσωπό του.

Συνήθως το άτομο αυτό είναι καλά ενημερωμένο για τα συμπτώματα των σωματικών η ψυχικών διαταραχών και εύκολα μπορεί να ξεγελάσει έμπειρους γιατρούς ή ψυχολόγους. Αρέσκεται στον ρόλο του “ασθενή”, επισκέπτεται συχνά διάφορα νοσοκομεία και υποβάλλεται σε σωρεία διαγνωστικών εξετάσεων ή ακόμα και σοβαρών εγχειρήσεων. Γνωρίζει πολύ καλά ότι λειτουργεί μέσα σε ψέματα και υπερβολές σε αντίθεση με το υποχονδριακό άτομο  που πιστεύει ότι είναι πραγματικά άρρωστος

Σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου

Το σύνδρομο αυτό διαφέρει από το πιο πάνω διότι   τα σωματικά ή ψυχολογικά συμπτώματα προκαλούνται σε άτομα,  συνήθως παιδιά, ηλικιωμένους, και άτομα με ειδικές ανάγκες από άλλα  άτομα που  τα έχουν κάτω από τη φροντίδα τους.

Η μέση ηλικία των παιδιών που κακοποιούνται είναι τα  4 χρόνια, τα μισά παιδιά είναι κάτω των 2 χρονών και τα 75 % κάτω των 6 χρονών. Η μέση διάρκεια μέχρι να μπει η διάγνωση είναι 22 μήνες. Στις 60% των περιπτώσεων υπήρχε κακοποίηση και σε άλλα παιδιά στην οικογένεια. Θάνατος παρατηρείται στο 6-10% των περιστατικών και 7% παρουσιάζουν μόνιμη αναπηρία.

Η πιο συνηθισμένη κακοποίηση που  υποβάλλονται τα άτομα αυτά είναι η δηλητηρίαση τα τραύματα και η ασφυξία. Η κακοποίηση αυτή επαναλαμβάνεται συχνά και πολλές φορές την ίδια μέρα και ώρα.

To σύνδρομο Μινχάουζεν δια αντιπροσώπου, μπορεί να το έχουν άτομα πέρα κάθε υποψίας όπως η μητέρα ενός παιδιού (75% των περιπτώσεων), η κόρη ενός ηλικιωμένου, ο νοσηλευτής ενός υπερήλικα ή ατόμου με ειδικές ανάγκες. Συχνά τα άτομα που κακοποιούν άλλα άτομα, ζητούν τα ίδια βοήθεια, παίρνουν τα παιδιά τους αμέσως στο νοσοκομείο, και εμφανίζονται στο γιατρό ή τον ψυχολόγο ιδιαίτερα ανήσυχοι για την πορεία της υγείας του θύματος.

Δεν είναι γνωστό τι ωθεί τα άτομα αυτά να ενεργούν με αυτό τον τρόπο, αλλά είναι άτομα με διαταραχές της προσωπικότητας και αρκετοί είχαν στη παιδική τους ηλικία διάφορα ψυχολογικά ή σωματικά προβλήματα (συχνές ασθένειες, κακοποίηση, παραμέληση)  ή υπήρξαν και τα ίδια θύματα του συνδρόμου αυτού.

Το σύνδρομο αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους:

  1. Με προσποίηση που είναι μετρίας επικινδυνότητας, κατά την οποία οι δράστες επινοούν μια μη υπάρχουσα ασθένεια για το θύμα και διηγούνται με κάθε λεπτομέρεια, υπερβολή  και πειστικότητα τα συμπτώματα της ασθένειας. Είναι καλοί γνώστες για ιατρικά θέματα, λένε πολλά ψέματα, και μπορούν ακόμα να αλλάξουν ή να παραποιήσουν αποτελέσματα εξετάσεων.

Τα παιδιά παρουσιάζονται στον γιατρό συνήθως με δύο έως  τρία δήθεν συμπτώματα. Τα πιο συνηθισμένα είναι η άπνοια, προβλήματα διατροφής, σπασμοί, διάρροια, δύσπνοια, κυάνωση, άσθμα αλλεργίες, εμετοί αιμορραγίες και λοιμώξεις.

2. Με παραγωγή, που είναι υψηλής  επικινδυνότητας, κατά την οποία ο δράστης που φροντίζει ένα άτομο, προκαλεί ενεργά βλάβη στο θύμα με διάφορους τρόπους.

Και στις δύο περιπτώσεις οι θύτες, δεν πάσχουν από το σύνδρομο Μινχάουζεν  αλλά τους αρέσει να παίζουν  τον ρόλο του ασθενή έμμεσα (δια αντιπροσώπου) μέσω του ατόμου που φροντίζουν. Τα θύματα είναι άρρωστα για μεγάλα περιοδικά διαστήματα  με επαναλαμβανόμενες νοσηλείες ενώ είναι τελείως καλά όταν έχουν απομακρυνθεί από τα άτομα αυτά.

Επίσης οι θύτες μελετούν ιατρικά θέματα και αποκτούν εμπειρία και γνώσεις που τα χρησιμοποιούν περίτεχνα, είναι πολύ αφιερωμένα και στοργικά στα θύματα, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και επιζητούν τη προσοχή και συμπάθεια του περιβάλλοντος τους. Προσπαθούν να είναι φιλικοί με το ιατρικό προσωπικό και με την συμπεριφορά τους αισθάνονται ισχυροί και πιστεύουν ότι έχουν τον πλήρη έλεγχο. Εάν τύχει και δεν γίνουν πιστευτοί, συχνά  αλλάζουν γιατρό ή νοσοκομείο.

Συνήθως ο θύτης είναι η μητέρα (75%) και σπανιότερα ο πατέρας (7%) που τις πολλές φορές δεν συμμετέχει καν στη θεραπεία του παιδιού του. Η μητέρα συχνά αφηγείται στις φίλες και τους  συγγενείς της τα συμπτώματα που έχει το παιδί της, τις επισκέψεις που έχει κάνει στα νοσηλευτήρια και το πόσο υποφέρει από την κατάσταση αυτή. Με τον τρόπο ικανοποιείται διότι  προκαλεί το περιβάλλον της, να ασχολείται συνεχώς μαζί της να της συμπαραστέκεται και να τη λυπάται.

Το  σύνδρομο δεν είναι αρκετά γνωστό, αλλά αρκετά σοβαρό και μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη αναπηρία ή ακόμα και   θάνατο.

Η διάγνωση δεν είναι πάντοτε εύκολη και στηρίζεται στην λήψη καλού ιστορικού αλλά και σε άλλες παραμέτρους

Ο γιατρός μπορεί να υποψιαστεί το σύνδρομο εάν:

  1. Είναι αντιμέτωπος με ένα ασυνάρτητο, ασαφές και απίθανο ιστορικό.
  2. Τα συμπτώματα και οι επισκέψεις στον γιατρό επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα.
  3. Ο ασθενής έχει τα συμπτώματα μόνον όταν είναι υπό την φροντίδα του θύτη.
  4. Τα συμπτώματα εξαφανίζονται όταν ο ασθενής ευρίσκεται μακριά από το θύτη.

Από τη στιγμή που ο γιατρός υποψιαστεί το σύνδρομο πρέπει να ενημερώνονται οι κοινωνικές και άλλες υπηρεσίες  του κράτους.

Τα παιδιά που είναι θύματα του συνδρόμου αυτού πιθανόν να έχουν δια βίου ψυχολογικά προβλήματα ή να αναπτύξουν και τα ίδια το σύνδρομο όταν μεγαλώσουν.