Κνίδωση

Επιμέλεια: Δρ. Ιωάννης Γεωργίου Μετάφραση: Τίνα Παπαντωνίου

Διάγνωση και θεραπεία της κνίδωσης

Κνίδωση είναι μια συχνή κατάσταση, στην οποία η πλειονότητα των περιπτώσεων είναι μη αλλεργικής φύσεως.  Ένα εστιασμένο κλινικό ιστορικό και η φυσική εξέταση είναι τα πιο χρήσιμα εργαλεία για τη διάγνωση και τη θεραπεία της κνίδωσης.

Συχνά δεν ανακαλύπτουμε τον αιτιολογικό παράγοντα, ως εκ τούτου εκτεταμένες διαγνωστικές εξετάσεις δεν συνιστώνται, εκτός αν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τον αιτιολογικό παράγοντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κνίδωση μπορεί να είναι σύμπτωμα μιας υποκείμενης  νόσου του οργανισμού και είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αυτή τη πιθανότητα και να παραπέμπουμε τον ασθενή για περαιτέρω έρευνα, όταν είναι απαραίτητο.

Ταξινόμηση  και αιτίες της κνίδωσης

Κνίδωση είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ομάδα δερματικών παθήσεων, που χαρακτηρίζονται από την παρουσία πομφών. Περίπου ένας στους 5 ανθρώπους παρουσιάζουν κνίδωση σε κάποιο στάδιο της ζωής τους. Σε πολλές περιπτώσεις δεν βρίσκεται ο αιτιολογικός παράγοντας. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η κνίδωση μπορεί να είναι σημάδι συστηματικής νόσου, όπως μια αυτοάνοσης κατάστασης.

Οι δυο κύριες ταξινομήσεις της κνίδωσης είνα:

  • Συνηθισμένη ( αυθόρμητη) κνίδωση – που μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια
  • Φυσική κνίδωση

Οξεία κνίδωση περιγράφει ένα μεμονωμένο περιστατικό ή επαναλαμβανόμενα περιστατικά που συμβαίνουν σε περίοδο μικρότερη των 6 εβδομάδων. Είναι η πιο συνηθισμένη μορφή κνίδωσης και συναντάται πιο συχνά σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες. Υπολογίζεται ότι 20-30% των περιπτώσεων οξείας κνίδωσης σε βρέφη και παιδιά μετατρέπεται σε χρόνια κνίδωση. Περίπου 50% των περιπτώσεων οξείας κνίδωσης είναι ιδιοπαθής δηλ. δεν βρέθηκε συγκεκριμένος αιτιολογικός παράγοντας.

Χρόνια κνίδωση περιγράφει επεισόδια κνίδωσης που συμβαίνουν για περίοδο μεγαλύτερη των 6 εβδομάδων. Σε σπάνιες περιπτώσεις η κνίδωση μπορεί να επιμένει εφόρου ζωής, αλλά αυτό είναι πιο συνηθισμένο σε περιπτώσεις φυσικής κνίδωσης. Περίπου 30% των ασθενών που παρουσιάζουν κνίδωση θα αναπτύξουν χρόνια κνίδωση. Η χρόνια κνίδωση εμφανίζεται πιο συχνά σε ενήλικες και 60% των περιπτώσεων είναι γυναίκες. Υπολογίζεται ότι στο 40% των περιπτώσεων με χρόνια κνίδωση, υπάρχουν στοιχεία για αυτοάνοση διαδικασία και στο 20% υπάρχουν στοιχεία εξωτερικού ερεθίσματος, παρόλο που συχνά δεν ανακαλύπτεται συγκεκριμένη αιτία.

Φυσική κνίδωση συμβαίνει σε συγκεκριμένη περιοχή του σώματος μετά από επαφή με εξωτερικό ερέθισμα. Μεμονωμένα επεισόδια συνήθως υποχωρούν μέσα σε περίοδο 2 ωρών, αλλά η φυσική κνίδωση συχνά επιμένει σαν χρόνια, επαναλαμβανόμενη κατάσταση. Ο δερμογραφισμός είναι η πιο συχνή μορφή φυσικής κνίδωσης, που προκαλείται από ισχυρή πίεση η ξύσιμο του δέρματος ή επαφή με ρούχα ή άλλα αντικείμενα. (φωτ. 1και 2)

Φωτογραφία 1

Φωτογραφία 2

Άλλοι τύποι φυσικής κνίδωσης περιλαμβάνουν:

  • Κνίδωση εξ επαφής- απορρόφηση ουσιών μέσω του δέρματος ή των βλεννογόνων.
  • Χολινεργική κνίδωση- εφίδρωση π.χ. μετά από άσκηση ή έκθεση σε θερμότητα.
  • Καθυστερημένη κνίδωση λόγω πίεσης- συνεχής πίεση σε ένα μέρος του σώματος πχ στους γλουτούς μετά το κάθισμα.

Κνίδωση από κρύο-προκαλειται συχν`α από κολύμπι σε κρύο νερό ή έκθεση σε κρύο αέρα. (Φωτ. 3)

Φωτογραφία 3

Ηλιακή κνίδωση

Δονητική κνίδωση

Ο πομφός εμφανίζεται εντός λεπτών κρατώντας ένα παγάκι στο δέρμα

Οι περισσότερες περιπτώσεις κνίδωσης είναι μη αλλεργικής φύσης.

Οι περισσότερες περιπτώσεις κνίδωσης δεν προκαλούνται από αλλεργίες αλλά είναι το αποτέλεσμα ισταμίνης που απελευθερώνεται από την άμεση αποκοκκίωση των βασεόφιλων (mast cells) κυττάρων.

Παραδείγματα πρόκλησης μη αλλεργικής κνίδωσης περιλαμβάνουν:

  • Μόλυνση – βακτηριακή (π.χ. ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, μυκόπλασμα πνευμονίας), ιογενής (π.χ. λοιμώδης μονοπυρήνωση, ιογενής ηπατίτιδα), παρασιτικές (π.χ. Giardia) ή μύκητες (π.χ. Candida).
  • Φάρμακα – ιδίως οπιούχα, ασπιρίνη και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ).
  • Μη αλλεργική επαφή με τοπικές ενώσεις, συντηρητικά τροφίμων, ωμό κρέας ή λαχανικά.
  •  Μη-αλλεργικές διατροφικές αντιδράσεις σε ενώσεις όπως αλκοόλη, σαλικυλικά σε φρούτα ή από μικροβιακή  αποσύνθεση (τροφική δηλητηρίαση).
  • Υπερευαισθησία σε φυσικά ερεθίσματα, όπως το ξύσιμο, τριβή από τα ρούχα ή άλλα αντικείμενα, το φως, τη θερμότητα, το κρύο, το νερό ή τη δόνηση.
  • Αυτοάνοσες παθήσεις όπως συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα.

Κνίδωση που προκαλείται από αλλεργία

Η κνίδωση που προκαλείται από αλλεργία είναι πιο συνηθισμένη σε ανθρώπους με ιστορικό ατοπίας.

Παραδείγματα αιτιών αλλεργικής κνίδωσης περιλαμβάνουν:

  • Φάρμακα πχ αντιβιοτικά.
  • Αλλεργία από φαγητό πχ ψάρι, αυγά ή ξηρούς καρπούς.
  • Τσιμπήματα εντόμων πχ σφήκας, μέλισσα.
  • Αλλεργία από επαφή πχ ελαστικό(latex) ή καλλυντικά.

Κλινικό ιστορικό και εξέταση

Το κλινικό ιστορικό και η φυσική εξέταση είναι συνήθως επαρκή για να διαγνώσουν κνίδωση. Μια συγκεκριμένη αιτία αναγνωρίζεται σε περίπου το ήμισυ των ασθενών με οξεία κνίδωση και το ένα τέταρτο των ασθενών με χρόνια κνίδωση.

Κλινικό ιστορικό

Το κλινικό ιστορικό πρέπει να καλύπτει :

  • Τη συχνότητα, το μέγεθος, την κατανομή και τη διάρκεια των πομφών – για να καθορίσει τον τύπο της κνίδωσης.
  • Πρόσφατη κατανάλωση νέου ή ασυνήθιστου φαγητού ή φαρμάκου, πρόσφατες μολύνσεις, ή συμμετοχή και έκθεση σε καινούργιες δραστηριότητες, τοποθεσίες ή προϊόντα ή χημικά- για να αναγνωριστούν πιθανά ερεθίσματα.
  • Επαγγελματική έκθεση σε χημικές ουσίες ή εισπνεόμενα – για τον προσδιορισμό  πιθανών μακροπρόθεσμων ερεθισμάτων.
  • Ιστορικό παρόμοιων επεισοδίων και ανταπόκριση στη θεραπεία.
  • Προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό ατοπίας – πιο πιθανό να είναι κνίδωση που προκαλείται από αλλεργία.

Φυσική εξέταση: κλινικά χαρακτηριστικά της κνίδωσης

Ένα επεισόδιο κνίδωσης αναγνωρίζεται από πολύ κνησμώδεις, καλά καθορισμένους, ροδόχρους-ερυθρούς πομφούς, συχνά με ωχρό κέντρο (φωτ. 4 και 5) που η διάρκεια τους συνήθως δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες και δεν αφήνουν σημάδια μετά. Οι πομφοί μπορεί να συμβούν οπουδήποτε στο δέρμα και μπορεί να κυμαίνονται σε μέγεθος, από μερικά χιλιοστά έως εκατοστά, και ποικίλλουν σε σχήμα, σχηματίζοντας στρογγυλές, ωοειδείς, δακτυλιοειδείς, ερπητοειδείς (κυματιστές), γυροειδείς περιστρεφόμενες  ή σαν στόχος πλάκες. Οι αλλοιώσεις μπορεί επίσης να συνενωθούν για να σχηματίσουν μεγάλες γεωγραφικές ή γιγαντιαίες κηλίδες (Σχήμα 6). Η επιφάνεια του δέρματος παραμένει ομαλή. Η κλινική εικόνα της κνίδωσης είναι παρόμοια τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.

Φωτογραφία 4

Φωτογραφία 5

Φωτογραφία 6

Περίπου 40% των ατόμων με κνίδωση έχουν επίσης ενδείξεις αγγειοοιδήματος. Το αγγειοοίδημα περιλαμβάνει τη βαθύτερη επιδερμίδα και υποδόριους ιστούς και πιο συχνά επηρεάζει τα μάτια, το στόμα, το λαιμό, τη γλώσσα, τα χέρια και τα πόδια. Αγγειοοίδημα χωρίς κνίδωση είναι σπάνιο και μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή αν εμπλέκεται ο λάρυγγας. Περαιτέρω συζήτηση για αυτή την κατάσταση βρίσκεται εκτός θέματος του παρόντος άρθρου.

Περαιτέρω εξετάσεις θα πρέπει να καθοδηγούνται από το κλινικό ιστορικό. Ο δερμογραφισμός μπορεί να ελεγχθεί τρίβοντας το δέρμα σταθερά και ψάχνοντας για γραμμικούς πομφούς που δημιουργούνται μέσα σε περίοδο πέντε λεπτών. Αν επιθέσουμε για μερικά λεπτά ένα παγάκι, θερμότητα, πίεση ή νερό μπορεί να αποκλείσουμε άλλες μορφές σωματικής κνίδωσης.

Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι αναγκαία η εξέταση για υποκείμενες ασθένειες που ίσως προηγήθηκαν της κνίδωσης όπως:

  • Μικροβιακές ή μυκητιασικές λοιμώξεις του δέρματος.
  • Αυτοάνοση νόσος του θυρεοειδούς – μπορεί να υποδεικνύεται από ένα μεγεθυμένο θυρεοειδή.
  • Νοσήματα συνδετικού ιστού – μπορεί να υποδεικνύονται από πρήξιμο αρθρώσεων ή ευαισθησία ή εξέλκωση στόματος, π.χ. ρευματοειδή αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.
  • Ηπατική νόσος / δυσλειτουργία – μπορεί να υποδεικνύεται από ευαισθησία στην ψηλάφηση του ήπατος ή ίκτερο, π.χ. η χολόσταση μπορεί να προκαλέσει κνησμό και η οξεία κνίδωση μπορεί να είναι πρώιμο σημάδι της ηπατίτιδας Α, Β και σπάνια Γ.

Διαφορική διάγνωση

Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ασθενειών (κάποιες από αυτές σπάνιες) οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα παρόμοια με κνίδωση. Η παροδική και κνησμώδης φύση των αλλοιώσεων είναι μια από τις πιο διακριτές πτυχές της κνίδωσης, αλλά ο κνησμός  μερικές φορές είναι απών. Το αγγειοοίδημα είναι επίσης πιο πιθανό να σχετίζεται με την κνίδωση από ό, τι άλλες δερματικές παθήσεις.

Εάν τα σημεία και τα συμπτώματα δεν είναι χαρακτηριστικά της κνίδωσης, άλλες διαγνώσεις που μπορούν να ληφθούν υπόψη περιλαμβάνουν:

  • Ατοπική δερματίτιδα – συνήθως πολύ κνησμώδης, αλλά μπορεί να διακριθεί από την κνίδωση από την έλλειψη των παροδικών πομφών, υπερβολικά ξηρό δέρμα και άλλες ανωμαλίες της επιφάνειας του δέρματος και συνδέεται στενά με το ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό ατοπίας.
  • Δερματίτιδα από επαφή – μπορεί να διακριθεί από την κνίδωση από την έλλειψη παροδικών πομφών και την παρουσία αλλοιώσεων στην επιφάνεια του δέρματος όπως φυσαλίδες, ξηρότητα και απολέπιση.
  • Φαρμακευτικό εξάνθημα – ευαίσθητες, σαφώς καθορισμένες, στρογγυλές ή ωοειδής πλάκες, συχνά με φυσαλίδες στο κέντρο που γενικά συμβαίνουν στην ίδια θέση επί του σώματος κάθε φορά που λαμβάνεται ένα συγκεκριμένο φάρμακο.
  • Πολύμορφο ερύθημα – μια οξεία και μερικές φορές επαναλαμβανόμενη υπερευαισθησία, σε μια ποικιλία αιτιών συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων και φαρμάκων. Οι αλλοιώσεις είναι συνήθως στο πρόσωπο και στα άκρα και μπορεί να διαρκέσει μέχρι επτά ημέρες.
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές – μια χρόνια αυτοάνοση πάθηση, που επηρεάζει συνήθως τους ηλικιωμένους. Χαρακτηρίζεται από διαβρώσεις και τεταμένες πομφόλυγες γεμάτες με καθαρό, θολό ή αιματοβαμμένο υγρό, που συχνότερα συμβαίνουν στις πτυχώσεις του σώματος.
  • Κνιδωτική αγγειίτιδα – που χαρακτηρίζεται από πομφούς που μοιάζουν με κνίδωση, αλλά διαρκούν περισσότερο από 48 ώρες και συχνά αφήνουν μώλωπες και περιοχές υπέρχρωσης ενώ διαλύονται.
  • Βλατιδώδης κνίδωση – κνιδωτικές κνησμώδεις βλατίδες στο χώρο τσιμπημάτων εντόμων, συνηθισμένο στα μικρά παιδιά και στους ανθρώπους που έχουν ταξιδέψει.

Εργαστηριακή διερεύνηση κνίδωσης

Εργαστηριακή διερεύνηση δεν ενδείκνυνται για ασθενείς με οξεία κνίδωση, αφού η διάγνωση είναι συνήθως κλινική

Σε ασθενείς με χρόνια κνίδωση, οι εξετάσεις συνήθως δεν συμβάλλουν στην ανεύρεση της αιτίας, την άμεση αντιμετώπιση ή να βελτιώσουν την έκβαση των ασθενών. Σε μια μελέτη από 356 ασθενείς με κνίδωση που στάλθηκαν για αλλεργιολογική και ανοσολογική αξιολόγηση, μόνο ένας ασθενής επωφελήθηκε από αλλαγή στη αντιμετώπιση λόγω των εξετάσεων και μόνο 319 (17%) από τις 1872 εξετάσεις που ζητήθηκαν είχαν παθολογικά ευρήματα.

Εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να είναι χρήσιμες σε επιλεγμένους ασθενείς με χρόνια κνίδωση, π.χ. αν υποπτευόμαστε μια υποκείμενη κατάσταση, αν δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία, ή αν η κατάσταση είναι σοβαρή. Η επιλογή της έρευνας θα πρέπει να καθοδηγείται από τα θετικά ευρήματα από το κλινικό ιστορικό και τη φυσική εξέταση. Συζήτηση με ένα δερματολόγο μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη.

Οι ακόλουθες έρευνες ίσως να είναι κατάλληλες για συγκεκριμένες κλινικές περιπτώσεις:

Η εξέταση με τσίμπημα του δέρματος(skin prick testing) μπορεί να γίνει, όταν μια αλλεργική αιτία για την κνίδωση είναι ύποπτη και η επιβεβαίωση θα ήταν χρήσιμη για τη διαχείριση, π.χ. αν εξετάζονται μέτρα αποφυγής. Η εξέταση με τσίμπημα του δέρματος δεν θα πρέπει να εκτελείται σαν ρουτίνα. Ίσως να μην είναι αξιόπιστη σε μεγαλύτερους ενήλικες και τα παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών θα πρέπει να στέλλονται σε αλλεργιολογική κλινική  αφού τα αποτελέσματα μπορεί να είναι δύσκολο να ερμηνευτούν. Η εξέταση με τσίμπημα του δέρματος σε έγκυες γυναίκες πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων, καθώς σε σπάνιες  περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει συσπάσεις της μήτρας.

Η ειδική IgE ορού είναι το δεύτερο είδος εξέτασης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αν η εξέταση με τσίμπημα δέρματος είναι ακατάλληλη ή μη διαθέσιμη.

Η γενική αίματος μπορεί να δείξει μια αλλεργία ή εντερική λοίμωξη, αν ο αριθμός των ηωσινοφίλων είναι αυξημένος. Η ουδετεροπενία μπορεί να υποδηλώνει μια αυτοάνοση ή ιογενή αιτία, ενώ η ουδετεροφιλία μπορεί να προκληθεί από μια μικροβιακή μόλυνση. Οξείες ιογενείς μολύνσεις, π.χ. ο ιός Epstein-Barr, ή η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα μπορεί να προκαλέσει υψηλό αριθμό λεμφοκυττάρων.

Η εξέταση αντισωμάτων θυρεοειδούς μπορεί να είναι χρήσιμη μετά από συζήτηση με έναν  ειδικό, εάν υποπτευόμαστε αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα. . Η χρόνια αυτοάνοση κνίδωση  σχετίζεται με αντιθυρεοειδικά αντισώματα σε περίπου ένα τέταρτο των περιπτώσεων.

Βιοψία δέρματος (3 mm βιοψία) απαιτείται μόνο σπάνια, αν υποψιαζόμαστε κνιδωτική αγγειίτιδα  ή όταν η διάγνωση είναι αβέβαιη. Άτυπα χαρακτηριστικά της κνίδωσης περιλαμβάνουν πόνο ή καύσος παρά κνησμό, μη ανταπόκριση στα αντιισταμινικά, πομφούς που επιμένουν για περισσότερο από 48 ώρες ή που δεν εξαφανίζονται πλήρως, με παραμένουσα υπέρχρωση.

Καλύτερη συμβουλή: Πριν επικοινωνήσετε με έναν δερματολόγο, πάρτε κοντινές ψηφιακές εικόνες των  αλλοιώσεων του δέρματος του ασθενούς. Η ηλεκτρονική αποστολή καλής ποιότητας κλινικών εικόνων μπορεί να βοηθήσει τη συζήτηση, ιδιαίτερα εάν τα κλινικά συμπτώματα του ασθενούς είναι διαλείποντα.

Η θεραπεία για κνίδωση

Η Οξεία κνίδωση υποχωρεί γενικά μέσα σε μια μικρή χρονική περίοδο, ωστόσο, η χρόνια κνίδωση μπορεί να επιμένει για μήνες ή ακόμη και χρόνια (ιδιαίτερα η φυσική κνίδωση). Αυτό μπορεί να είναι απογοητευτικό τόσο για τον ασθενή όσο και το γιατρό, ειδικά όταν δεν υπάρχει καμία γνωστή αιτία.

Σε μια μελέτη 220 ασθενών με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, βρέθηκε ότι μετά από ένα έτος:

  • 47% ήταν ασυμπτωματικοί
  • 60% με απλή κνίδωση και αγγειοοίδημα ήταν ασυμπτωματικοί
  • 39% με απλή κνίδωση μόνο ήταν ασυμπτωματικοί
  • 16% με φυσική κνίδωση ήταν ασυμπτωματικοί.

Η αντιμετώπιση συνίσταται στην αποφυγή ερεθισμάτων όταν είναι γνωστά, και τη χρήση φαρμάκων για ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Στρατηγικές αποφυγής

Όταν το κλινικό ιστορικό δεν αποκαλύπτει μια προφανή αιτία για την κνίδωση, η στρατηγική για την αποφυγή πιθανών ερεθισμάτων μπορεί να εξεταστεί.

Οι ασθενείς μπορεί να συμβουλεύονται να σταματήσουν όλα τα μη-απαραίτητα φάρμακα, φυτικά συμπληρώματα ή τοπικά σκευάσματα. Ειδικότερα, η ασπιρίνη, κωδεΐνη και τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) μπορεί να συμβάλουν στη δημιουργία πομφών, ακόμη και όταν δεν είναι η πρωταρχική αιτία της δημιουργίας τους. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν (ή δεν επαναληφθούν), τα φάρμακα / προϊόντα μπορούν να επαναχορηγηθούν διαδοχικά εάν είναι απαραίτητο, και ο ασθενής πρέπει να αναφέρει οποιαδήποτε επιστροφή των συμπτωμάτων.

Οι διατροφικές έρευνες σπάνια προσδιορίζουν ένα συγκεκριμένο ερέθισμα για τη χρόνια κνίδωση, και δεν είναι απαραίτητες σε περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα μπορεί να ελεγχθούν εύκολα με αντιισταμινικά από το στόμα. Ωστόσο, εάν ο ασθενής το επιθυμεί, ένα ημερολόγιο διατροφής μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταγραφή και τον περιορισμό των ύποπτων τροφών. Άτομα που έχουν ιδιαίτερο κίνητρο μπορούν να δοκιμάσουν μια περιορισμένη δίαιτα ρυζιού και μια μόνο πηγή πρωτεΐνης για δύο εβδομάδες, ενώ διακόπτουν όλα τα αντιισταμινικά. Τα τρόφιμα μπορούν στη συνέχεια να επανεισαχθούν σταδιακά και να καταγραφούν οι αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν στο ημερολόγιο τροφίμων.

Φαρμακολογική θεραπεία

  1. Η εισαγωγή  φαρμάκων για τη θεραπεία της κνίδωσης πρέπει να εξεταστεί με την ακόλουθη σειρά:

    1. Έναρξη μη κατασταλτικών αντιισταμινικών από το στόμα
    2. Προσθήκη συμβατικών κατασταλτικών αντιϊσταμινικών από το στόμα και / ή ανταγωνιστές Η2 υποδοχέων.
    3. Προσθήκη τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών
    4. Προσθήκη κορτικοστεροειδών από το στόμα – μόνο για ασθενείς με σοβαρή οξεία κνίδωση

Μη κατασταλτικά αντιισταμινικά από το στόμα αποτελούν την πρωταρχική φαρμακολογική θεραπεία για οξεία και χρόνια κνίδωση λόγω της αποτελεσματικότητας τους και τη σχετική έλλειψη  αντιχολινεργικής  και επί του κεντρικού νευρικού συστήματος δράσης. Αν και αναφέρονται ως “Μη κατασταλτικά”, αυτά τα φάρμακα πάλι μπορεί να προκαλέσουν καταστολή σε συνήθεις δόσεις σε ορισμένους ασθενείς.  Η ατομική ανταπόκριση στα αντιισταμινικά μπορεί να είναι ποικίλη, ωστόσο, η σετιριζίνη πιστεύεται ότι δρα πιο γρήγορα και ως εκ τούτου μπορεί να δοκιμαστεί πρώτα.

Από του στόματος αντιισταμινικά μπορεί να ληφθούν όταν χρειάζεται, λόγω της ταχείας έναρξης δράσης τους, αλλά μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικά όταν λαμβάνονται ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση σετιριζίνης και λοραταδίνης για τους ενήλικες είναι 10 mg ανά ημέρα, ωστόσο, οι ευρωπαϊκές οδηγίες συνιστούν τα μη κατασταλτικά αντιισταμινικά να συνταγογραφούνται  έως και τέσσερις φορές την τυπική δόση (δηλαδή σετιριζίνη ή λοραταδίνη 40 mg ημερησίως) πριν εξεταστούν τα δεύτερης γραμμής φάρμακα ως συμπληρωματική θεραπεία.

Τα κατασταλτικά από το στόμα αντιισταμινικά  σπάνια χρησιμοποιούνται ως μονοθεραπεία για την κνίδωση, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με μη κατασταλτικά αντιισταμινικά. Αυτά τα φάρμακα μπορεί να είναι χρήσιμα για ασθενείς με νυκτερινά συμπτώματα που εμποδίζουν τον ύπνο. Η προμεθαζίνη είναι μια κατάλληλη επιλογή και μπορεί να συνταγογραφείται στις ακόλουθες δοσολογίες:

§   Ενήλικες: 25-75 mg το βράδυ
§   Παιδιά 5-10 ετών: 10-25 mg το βράδυ
§   Παιδιά 2-5 ετών: 5-15 mg το βράδυ

Ανταγωνιστές των υποδοχέων Η2 όπως η ρανιτιδίνη ή η φαμοτιδίνη, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με αντιισταμινικά, μπορεί να είναι επωφελείς για μερικούς ανθρώπους με χρόνια κνίδωση αφού το 15% των υποδοχέων της ισταμίνης στο δέρμα είναι τύπου Η2. Αυτά τα φάρμακα δεν συνιστάται ως μονοθεραπεία, αφού η ικανότητά τους να μειώσουν τον κνησμό είναι περιορισμένη και υπάρχει μικρή κλινική απόδειξη της αποτελεσματικότητας τους.

Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά δρουν ως ανταγωνιστές των υποδοχέων ισταμίνης και μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στην θεραπεία χρόνιας κνίδωσης, σε συνδυασμό με μη κατασταλτικά αντιισταμινικά. Λόγω των κατασταλτικών ιδιοτήτων της, η δοξεπίνη (30- 50 mg) αποτελεί κατάλληλη θεραπεία για νυχτερινά συμπτώματα. Η αμιτριπτυλίνη (10 – 50 mg) μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική.

Τα κορτικοστεροειδή από το στόμα μπορούν να προστεθούν για τα άτομα με σοβαρή οξεία κνίδωση. Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες είναι 20 έως 40 mg ημερησίως, ή για παιδιά 1 mg / kg ημερησίως, μέγιστη 40 mg, ελαττώνοντας στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση σε περίοδο δύο με πέντε ημερών. Τα κορτικοστεροειδή είναι σχεδόν πάντα ακατάλληλα για άτομα με χρόνια κνίδωση αφού η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται.

ΣΗΜ.: Τα τοπικά κορτικοστεροειδή δεν είναι χρήσιμα στην αντιμετώπιση της κνίδωσης και μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες παρενέργειες με τη μακροπρόθεσμη χρήση  ή την ψηλή δυναμικότητα, π.χ. ατροφία του δέρματος. Τα τοπικά αντιισταμινικά δεν είναι επίσης αποτελεσματικά για την θεραπεία κνίδωσης και δεν συνιστώνται λόγω του κινδύνου ευαισθητοποίησης και πρόκλησης δερματίτιδας εξ επαφής.

Παρασκευάσματα που προκαλούν ψύξη και περιέχουν 0,5 – 1% μενθόλη σε βάση κρέμας ή λοσιόν, π.χ. κρέμα cetomacrogol, μπορεί να παρέχουν ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η χρήση  κρύων βρεγμένων πανιών, μείωση της θέρμανσης τις νυκτερινές ώρες και χλιαρά ντους μπορούν επίσης να είναι χρήσιμα.

Παραπομπή για εξειδικευμένη θεραπεία μπορεί να εξεταστεί, αν η διάγνωση είναι αβέβαιη ή όταν τα συμπτώματα είναι σοβαρά και δεν ελέγχονται. Πολλές άλλες θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες όπως ανοσοκατασταλτικά, π.χ. κυκλοσπορίνη, και  αγωνιστές υποδοχέων λευκοτριενιών , π.χ. μοντελουκάστη. Εάν υποπτευόμαστε ένα σύνθετο φάρμακο ή τρόφιμα ως ερέθισμα τότε θα εξετάσουμε παραπομπή σε ανοσολόγο. Η φωτοθεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία Β μειώνει τον αριθμό των βασεοφίλων (mast cells) στο ανώτερο χόριο, και μπορεί να είναι αποτελεσματική στη μείωση των συμπτωμάτων σε περιπτώσεις φυσικής κνίδωσης που είναι ανθεκτική στα αντιισταμινικά. Οι ασθενείς μπορεί να παραπεμφθούν σε ένα δερματολόγο για αυτή τη θεραπεία.

Καλύτερη συμβουλή:

Μια τυπική θεραπευτική αγωγή για κνίδωση – αρχίστε με σετιριζίνη, εάν τα συμπτώματα δεν ελέγχονται προσθέστε προμεθαζίνη 25 mg το βράδυ και ρανιδιτίνη 300 mg κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αυτό θα ελαττώσει τα συμπτώματα για τους περισσότερους ασθενείς. Αν τα συμπτώματα εξακολουθούν να υπάρχουν, προσθέστε ένα τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό

Αντιισταμινικά κατά την εγκυμοσύνη

Η συνήθης κνίδωση είναι ασυνήθιστη σε έγκυες γυναίκες και λίγα είναι γνωστά σχετικά με την ασφάλεια των αντιισταμινικών σε γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν. Η πλειοψηφία των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες αφορά τα παλαιότερα, πρώτης γενιάς κατασταλτικά αντιισταμινικά. Σε γενικές γραμμές, όλα τα αντιισταμινικά θα πρέπει να αποφεύγονται σε έγκυες γυναίκες  ιδιαίτερα κατά το πρώτο και τρίτο τρίμηνο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αναφορές για σημαντικές συγγενείς ανωμαλίες σε γυναίκες που έχουν χρησιμοποιήσει νεότερα, μη κατασταλτικά αντιισταμινικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η λοραταδίνη (κατηγορία εγκυμοσύνης Β1) μπορεί να εξεταστεί για την αντιμετώπιση της κνίδωσης σε γυναίκες που είναι έγκυες, όταν τα οφέλη της θεραπείας φαίνεται να υπερτερούν των κινδύνων. Κατασταλτικά αντιισταμινικά μπορεί να εξεταστούν σε σοβαρές περιπτώσεις κνίδωσης που θα συμβούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν ο ασθενής δεν έχει ανταποκριθεί σε μη κατασταλτικά αντιισταμινικά. Ωστόσο, τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να αποφεύγονται όταν πλησιάζει η μέρα τοκετού για να μειώσει την πιθανότητα πρόκλησης καταστολής στο βρέφος.

Συνιστάται όπως τα αντιισταμινικά αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας αφού τα περισσότερα βρίσκονται στο μητρικό γάλα, ωστόσο μπορεί να γίνει μια παρόμοια εξέταση κινδύνου έναντι οφέλους.

RSS
Follow by Email
Facebook
Facebook